Sunday, August 20, 2017

Αν δεν πετάξεις τον εαυτό σου, θα σε πετάξει ο εαυτός σου! ( Αγιος Παϊσιος )


Κοίταξε να πετάξεις τον εαυτό σου, γιατί αν δεν πετάξεις τον εαυτό σου, θα σε
πετάξει ο εαυτός σου.
Αν πετάξεις τον εαυτό σου, μετά θα πετάς. Τι τον κρατάς τον εαυτό σου για τον
εαυτό σου; Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από
την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχεις για τους άλλους.
Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, θα δεις ότι δεν έχεις τίποτα δικό σου και τίποτε δεν
μπορείς να κάνεις χωρίς τη βοήθεια του Θεού.
Αν λοιπόν καταλάβεις πως ότι καλό κάνεις είναι από τον Θεό και όσες χαζομάρες
κάνεις είναι δικές σου, τότε θα πάψεις να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και θα
απαλλαγείς από την αυτοπεποίθηση.
Σε κάθε σου ενέργεια, ακόμη και στην παραμικρή σου κίνηση, κέντρο να είναι ο
Θεός. Στρέψε όλο τον εαυτό σου προς τον Θεό.

Αγιος Παϊσιος

Wednesday, August 16, 2017

Τι να κάνω με τις αμαρτίες μου.. ( ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ )

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα: “Τι να κάνω με τις αμαρτίες μου; ”

Και απαντώντας ο Γέροντας του λέει: “Αυτός που θέλει να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του, με δάκρυα λυτρώνεται απ΄ αυτές και εκείνος που θέλει να αποκτήσει αρετές, με δάκρυα τις αποκτά. Γιατί το να κλαίμε είναι η οδός που μας παρέδωσε η Γραφή, καθώς και οι πατέρες, που έλεγαν: Κλάψτε, άλλη οδός δεν υπάρχει παρά μόνον αυτή”.

                    ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ 

Saturday, August 12, 2017

Μία διδακτική ιστορία που άλλαξε την ζωή ενός Μοναχού.

Η ιστορία έχει ως εξής. Ο π. Μελχισεδέκ πριν πάρει το μεγάλο σχήμα, λεγόταν ηγούμενος Μιχαήλ και όπως όλοι οι ιερείς λειτουργούσε στο μοναστήρι. Ήταν ξυλουργός, ικανός και επιμελής. Στους ναούς και στα κελιά των αδελφών υπάρχουν μπαούλα, αναλόγια, σκαλιστά προσκυνητάρια. καθίσματα, ντουλάπες και πολλά άλλα χρηστικά έπιπλα βγαλμένα από τα χέρια του. Δούλευε μάλιστα από νωρίς το πρωί μέχρι την νύχτα, προς μεγάλη χαρά τής διοίκησης της μονής.

Κάποτε, τού έδωσαν ευλογία να εκτελέσει για τη μονή μια μεγάλη ξυλουργική εργασία. Δούλευε αρκετούς μήνες, χωρίς σχεδόν να βγαίνει από το ξυλουργείο. Κι όταν τελείωσε, ένιωσε τόσο άσχημα που, όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες, σωριάστηκε και έμεινε στον τόπο. Από τις φωνές των ανθρώπων που ήταν μπροστά έτρεξαν αρκετοί μοναχοί, ανάμεσα τους και ο π. Ιωάννης (Κρεστιάνκιν). Ο π. Μιχαήλ δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Όλοι ήταν σκυμμένοι από πάνω του περίλυποι. Ξαφνικά ο π. Ιωάννης είπε:

«Όχι, δεν είναι μακαρίτης. Θα ζήσει ακόμα!». Και άρχισε να προσεύχεται. Ακίνητος, ο ξαπλωμένος μοναχός, άνοιξε τα μάτια του και ζωντάνεψε. Όλοι αμέσως σκέφτηκαν ότι κάτι τον είχε συνταράξει βαθιά. Αφού σύντομα συνήλθε, ο π. Μιχαήλ άρχισε να εκλιπαρεί να του φωνάξουν τον προεστώτα. Όταν εν τέλει ήρθε ο προεστώς. ο άρρωστος άρχισε με δάκρυα να ζητεί να του δώσουν το μεγάλο σχήμα.

Λένε ότι μόλις άκουσε αυτή την αυθαίρετη επιθυμία τού μοναχού, ο προεστώς τον νουθέτησε με τον δικό του ιδιαίτερο, τραχύ τρόπο, να σοβαρευτεί και να αναρρώσει σύντομα για να επιστρέψει στη δουλειά του, μια και δεν μπόρεσε να πεθάνει στ' αλήθεια. Το επόμενο πρωί όμως. όπως λέει η ίδια μοναστική παράδοση, ο ίδιος ο προεστώς εμφανίστηκε στο κελί του π. Μιχαήλ απρόσκλητος και τού ανακοίνωσε, εμφανώς συγκλονισμένος, ότι θα λάβει σύντομα το μεγάλο σχήμα.

Αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν καθόλου συνηθισμένη για τον τρομερό π. Γαβριήλ και προκάλεσε στην αδελφότητα ίδια έκπληξη με την ανάσταση του κεκοιμημένου. Στο μοναστήρι κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε εμφανιστεί το βράδυ στον προεστώτα ο άγιος προστάτης της Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ, Ιερομάρτυρας Ηγούμενος Κορνήλιος (τον οποίο είχε αποκεφαλίσει με το ίδιο του το χέρι ο Ιβάν ο Τρομερός τον 16° αιώνα) και διέταξε αυστηρά τον προεστώτα να εκπληρώσει χωρίς καθυστέρηση την παράκληση του μοναχού που είχε επιστρέψει από τον άλλο κόσμο.

Αυτό όμως. ξαναλέω, ήταν μια φήμη που κυκλοφορούσε. Όπως και να χει πάντως, σύντομα ο π. Μιχαήλ πήρε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Μελχισεδέκ.

Ο γέροντας προεστώς έδωσε στο νέο μεγαλόσχημο το πολύ σπάνιο αυτό όνομα, προς τιμήν ενός αρχαίου και μυστηριώδους βιβλικού προφήτη. Για ποιο λόγο ο προεστώς τον ονόμασε ειδικά έτσι, παραμένει επίσης ένα μεγάλο μυστήριο, δεδομένου ότι ο ίδιος ο π. Γαβριήλ, τόσο κατά την κουρά, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν μπόρεσε ούτε μία φορά να προφέρει σωστά το πανάρχαιο όνομα -όσο κι αν πάλευε, το διαστρέβλωνε ανηλεώς. Και εξαιτίας αυτού, μάλιστα, του χάλαγε κάθε φορά η διάθεση, τόσο που εμείς οι δόκιμοι φοβόμασταν μη μας έρθει καμιά αδέσποτη…

Στο μοναστήρι ήξεραν ότι όση ώρα ήταν ο π. Μελχισεδέκ νεκρός, έζησε κάποια εμπειρία που τον επανέφερε στη ζωή άλλον άνθρωπο. Σε μερικούς κοντινούς του συνασκητές και πνευματικά παιδιά είχε διηγηθεί τι έζησε τότε. Αλλά ακόμα και οι απηχήσεις αυτής της διήγησης ήταν υπερβολικά ασυνήθιστες. Γι’ αυτό και, τόσο εγώ, όσο και οι φίλοι μου, θέλαμε να μάθουμε το μυστικό από τον ίδιο τον π. Μελχισεδέκ.

Και να που εκείνη τη νύχτα στο ναό του Αγίου Λαζάρου, πήρα το θάρρος πρώτη φορά να απευθυνθώ στον μεγαλόσχημο ηγούμενο και να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό: τι είδε εκεί απ’ όπου συνήθως κανείς δεν επιστρέφει;

Ο π. Μελχισεδέκ άκουσε την ερώτηση μου κι έσκυψε το κεφάλι μπροστά στην Ωραία Πύλη σιωπηλός για πολλή ώρα. Εγώ κοκάλωσα. Μετάνιωνα που το θράσος μου με έσπρωξε να κάνω κάτι τόσο ασυγχώρητο. Στο τέλος όμως. ο μεγαλόσχημος μοναχός, με την αδύναμη από την αχρησία φωνή του, άρχισε να μιλάει.

Διηγήθηκε ότι είδε τον εαυτό του στη μέση ενός τεράστιου πράσινου χωραφιού.

Περπάτησε στο χωράφι χωρίς να ξέρει για πού, μέχρι που του έκλεισε τον δρόμο ένα τεράστιο χαντάκι. Εκεί, μέσα σε λάσπες και χώματα, είδε πλήθος μπαούλα, αναλόγια, προσκυνητάρια. Και υπήρχαν και χαλασμένα τραπέζια, σπασμένες καρέκλες, ντουλάπια. Ο μοναχός έριξε μια ματιά και διαπίστωσε έντρομος ότι ήταν τα αντικείμενα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Στεκόταν με δέος μπροστά στους καρπούς της μοναστικής του ζωής. Και ξαφνικά, ένιωσε κάποιον δίπλα του. Σήκωσε τα μάτια και είδε την Παναγία. Κοίταζε κι αυτή μελαγχολικά τις πολυετείς εργασίες του καλόγερου.

Μετά του είπε:
«Εσύ είσαι μοναχός. Περιμέναμε από σένα τα σημαντικότερα: μετάνοια και προσευχή. Και εσύ έφερες μόνο αυτό…».

Το όραμα εξαφανίστηκε. Ο πεθαμένος ξύπνησε πάλι στο μοναστήρι.

Μετά από αυτό το περιστατικό, ο π. Μελχισεδέκ μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά. Κύριος σκοπός τής ζωής του έγινε αυτό που του είπε η Υπεραγία Θεοτόκος: μετάνοια και προσευχή. Και οι καρποί των πνευματικών του εργασιών δεν άργησαν να φανερωθούν στη βαθιά του ταπεινοφροσύνη, στα δάκρυα για τις αμαρτίες του. στην ειλικρινή αγάπη του για όλους, στην πλήρη αυταπάρνηση και στα ασκητικά κατορθώματα του, που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα. Και κατόπιν, στη σπουδαία του διορατικότητα και στην ενεργή βοήθεια που προσέφερε στους ανθρώπους με την προσευχή του.

Εμείς οι δόκιμοι, βλέποντας πώς ασκούνταν, πλήρως αποξενωμένος από τον κόσμο σε αόρατες και ασύλληπτες για μας πνευματικές μάχες, τολμούσαμε να του απευθυνόμαστε μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Κι επιπλέον τον φοβόμασταν και λιγάκι: στο μοναστήρι ήξεραν ότι ο π. Μελχισεδέκ ήταν πολύ αυστηρός ως πνευματικός. Και είχε αυτό το δικαίωμα. Η σθεναρή απαιτητικότητά του για καθαρότητα της ψυχής του κάθε χριστιανού τρεφόταν μόνο από τη μεγάλη του αγάπη για τους ανθρώπους, τη βαθιά γνώση των κανόνων τού πνευματικού κόσμου και τη συνειδητοποίηση τού πόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο είναι η αδιάλλακτη πάλη με τις αμαρτίες.

Αυτός ο μεγαλόσχημος μοναχός ζούσε στον δικό του ύψιστο κόσμο, όπου δεν ανέχονται τους συμβιβασμούς. Και όταν όμως ο π. Μελχισεδέκ έδινε απαντήσεις, τότε αυτές ήταν εντελώς ασυνήθιστες και σαν γεννημένες από κάποια ιδιαίτερη, πηγαία δύναμη.

Κάποτε, στο μοναστήρι, έπεσε πάνω μου μια χιονοστιβάδα άδικων και σκληρών, όπως μου φαίνονταν, δοκιμασιών. Και αποφάσισα τότε να πάω να συμβουλευτώ τον πιο αυστηρό μοναχό της μονής, τον μεγαλόσχημο ηγούμενο Μελχισεδέκ.

Χτύπησα την πόρτα κι έπειτα από το καθιερωμένο «δι’ ευχών», βγήκε στο κατώφλι τού κελιού ο π. Μελχισεδέκ. Ήταν με τον μοναχικό του μανδύα και το μεγάλο σχήμα -τον πέτυχα ενώ έκανε τον κανόνα τού μεγάλου σχήματος.

Του ανακοίνωσα τις δυσκολίες και τα άλυτα προβλήματα μου. Ο π. Μελχισεδέκ στεκόταν μπροστά μου ακίνητος και άκουγε προσεκτικά τα πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι ως συνήθως. Κατόπιν, σήκωσε το βλέμμα του κι έβαλε έξαφνα τα κλάματα…

«Αδερφέ!», είπε με ανείπωτο πόνο και πικρία. «Τι με ρωτάς; Εγώ ο ίδιος χάνομαι!».

Ο μεγαλόσχημος γέροντας, εκείνος ο μεγαλειώδης ασκητής με την άγια ζωή, στεκόταν μπροστά μου και έκλαιγε με ειλικρινή θλίψη, ως ο χειρότερος και αμαρτωλότερος άνθρωπος πάνω στη γη! Κι άρχισα να καταλαβαίνω με όλο και περισσότερη σαφήνεια και χαρά ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων μου, μαζί με τις δυσκολίες μου, δεν άξιζαν μία!

Και όχι μόνο αυτό, αλλά και τα ίδια τα προβλήματα εξορίστηκαν την ίδια στιγμή από την ψυχή μου με τρόπο χειροπιαστό. Δεν είχα πλέον ανάγκη να ρωτήσω ή να ζητήσω κάτι από τον γέροντα. Έκανε για μένα ότι μπορούσε. Χαιρέτισα με ευγνωμοσύνη και έφυγα.

Όλα όσα μάς τυχαίνουν -τα απλά και τα σύνθετα, τα μικρά ανθρώπινα προβλήματα και το ταξίδι προς τον Θεό τα μυστικά τού τωρινού και του μελλοντικού αιώνα- όλα επιλύονται μόνο με ανεξήγητη, ακατανόητα υπέροχη και ισχυρή ταπεινοφροσύνη. Και ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε την αλήθεια και το νόημα της, ακόμα κι αν αποδεικνυόμαστε ανίκανοι γι' αυτή τη μυστηριώδη και παντοδύναμη αρετή, αυτή μάς αποκαλύπτεται από μόνη της ταπεινά, μέσα από τέτοιους καταπληκτικούς ανθρώπους, που μπορούν να τη δεξιώνονται.


Πηγή: Από το βιβλίο «Σχεδόν Άγιοι» π Τύχων Σεβκούνωφ
 
http://www.vimaorthodoxias.gr/peri-zois/mia-didaktiki-istoria-pou-allaxe-tin-zoi-enos-monachou/

Wednesday, August 9, 2017

Αφού συνεχώς αμαρτάνουμε.........( Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτου )

Αφού συνεχώς αμαρτάνουμε, γι’ αυτό και συνεχώς να προσευχόμαστε!
Αν η προσευχή δεν καταλαμβάνει το κύριο μέρος της ζωής μας, τότε ο πνευματικός μας θάνατος είναι βέβαιος.


Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτου 

Sunday, August 6, 2017

῾Η προσευχὴ τοῦ νοῦ... ( Όσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ )

῾Η προσευχὴ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς εἶναι γιὰ τοὺς προχωρημένους. ῾Η ψαλμωδία, δηλαδὴ ἡ συνήθης ἐκκλησιαστικὴ μελωδία, εἶναι γιὰ τοὺς μεσαίους. ῾Η ὑπακοὴ καὶ ὁ κόπος εἶναι γιὰ τοὺς ἀρχαρίους.


Όσιος Παίσιος Βελιτσκόφσκυ

Νά ψέλνης τό «Πάντων προστατεύεις, ἀγαθή» καί τό «Πάντων θλιβοµένων ἡ χαρά»( Ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης )




– Γέροντα, ὅταν ἔχω συνέχεια πτώσεις στὸν ἀγώνα μου, μὲ πιάνει λύπη.
– Νὰ ψέλνης τὸ «Πάντων προστατεύεις, ἀγαθὴ» καὶ τὸ «Πάντων θλιβοµένων η χαρά».

Αὐτὸ νὰ τὸ κάνης σὰν κανόνα, καὶ ἡ Παναγία θὰ σὲ βοηθήση.
Ἡ Παναγία δὲν µᾶς ἀφήνει· μᾶς κουβαλάει στὴν πλάτη Της, ἀρκεῖ κι ἐµεῖς νὰ τὸ θέλουµε καὶ νὰ µὴν κλωτσᾶµε, ὅπως κάνουν τὰ ἄτακτα παιδιά.

– Γέροντα, θὰ ἤθελα ἡ Παναγία νὰ κρατήση κι ἐµένα στὴν ἀγκαλιά Της, ὅπως κρατάει τὸν Χριστό.
– Δὲν σὲ κράτησε ποτὲ ἐσένα; Δὲν ἔνιωσες καµµιὰ φορὰ σὰν µωρὸ στὴν ἀγκαλιά Της; Ἐγὼ αἰσθάνοµαι σὰν παιδάκι κοντά Της. Τὴν νιώθω Μάνα µου. Πολλὲς φορὲς πηγαίνω καὶ ἀκουµπῶ στὴν εἰκόνα Της καὶ λέω: «Τώρα, Παναγία µου, θὰ θηλάσω λίγο Χάρη».
Νιώθω σὰν µωρὸ ποὺ θηλάζει στὴν ἀγκαλιὰ τῆς µάνας του ξέγνοιαστο, ἀµέριµνο, καὶ νιώθει τὴν µεγάλη της ἀγάπη καὶ τὴν ἀνέκφραστη στοργή της, καὶ τρέφοµαι µὲ Χάρη.



https://proskynitis.blogspot.ca

Thursday, August 3, 2017

Εάν δεν συμφωνήσει η πράξη με την προσευχή, είναι χαμένος ο κόπος σου.( Γεροντικό )


Είπε ο Αββάς Μωυσής:
"Εάν δεν συμφωνήσει η πράξη με την προσευχή, είναι χαμένος ο κόπος σου".

Και τον ρώτησε άλλος αδελφός:
"Και τι σημαίνει να συμφωνεί πράξη και προσευχή;" 
 
"Σημαίνει -είπε ο Γέροντας- αυτά για τα οποία προσευχόμαστε να μας απαλλάξει ο Θεός, να μην τα κάνουμε πια.
 
Γιατί όταν ο άνθρωπος παραιτείται από τα θελήματά του, τότε ο Θεός γίνεται φίλος του και δέχεται την προσευχή του".
 
Γεροντικό

Monday, July 31, 2017

Η κόλαση της σκοτεινής σπηλιάς μεταβάλλεται σε Παράδεισο

..Βλέποντας ο γέροντας την υπερβολική προθυμία του δόκιμου Χαράλαμπου, μια μέρα τον προσκαλεί ιδιαιτέρως και του λέει:

- Εκεί πάνω σε κείνα τα βράχια που βλέπεις, έχει μια μικρή σπηλιά. Σε διαβεβαιώ ότι είναι παράδεισος. Λοιπόν,θα σκαρφαλώσεις να πας εκεί και θα μείνεις μέχρι να σε φωνάξω. Εντάξει;
- Να 'ναι ευλογημένο γέροντα.

«Βάζω, λέει ο Χαράλαμπος, μετάνοια και αμέσως σκαρφαλώνω στα βράχια. Πλησιάζω στη σπηλιά. Αλλά τι να δεις! Ένας άγριος τόπος που μόνο φίδια μπορούσαν εκεί να κατοικήσουν και η σπηλιά
τόσο στενή που μόνο σκυφτά μπορούσες να μπεις μέσα.

Στην αρχή σαν άνθρωπος δείλιασα, φοβήθηκα και συγχρόνως μονολογούσα: «Ε, γέροντα πού μ' έστειλες εδώ; Αυτός είναι ο παράδεισος; Βρε εδώ κόλαση είναι. Όχι παράδεισος. Για να δούμε πώς
θα τη βγάλουμε ώσπου να τελειώσει ο κανόνας, να με φωνάξει ο γέροντας να κατέβω. Όμως, αφού το 'πε ο γέροντας, κάτω δεν το βάζω. Έστω και να πεθάνω, αν δεν με φωνάξει ο γέροντας πίσω δεν
γυρνάω. Ας πεθάνω στην υπακοή παρά να λιποτακτήσω».

Αρχίζω, λοιπόν, τον κανόνα μου. Δώστου-δώστου μετάνοιες, προσευχή. Δεν άργησε να υποχωρήσει ο φόβος και η δειλία και άρχισα να αισθάνομαι άνετα. «Αφού, λέω, για προσευχή σ' έστειλε ο
γέροντας, βάλε Χαράλαμπε όλη σου την βία». Βία-βία, δεν άργησε να θερμανθεί η καρδιά μου και να εκπηγάζει κρουνούς τα δάκρυα δοξολογίας και ευχαριστίας. Εκεί αξιώθηκα την πρώτη θεωρία,
όπου σταματά, κατά τους Πατέρες, ο νους. Δεν ενεργεί αυτός, αλλά ενεργείται απ' το Άγιο Πνεύμα, που τον οδηγεί όπου θέλει, μέχρι και αυτούς ακόμα τους ουρανούς. Επανερχόμουν στην φυσική
μου κατάσταση και πάλι άλλη αρπαγή σε άλλα ουράνια σκηνώματα. Τούτο επαναλήφθηκε δυο-τρεις φορές. Τότε έπαθα κάτι παρόμοιο με τους μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ κι έλεγα: «καλόν
εστίν ημάς ώδε είναι. Όντως εδώ που μ' έστειλε ο γέροντάς μου είναι παράδεισος. Μακάρι να μη με φωνάξει ποτέ να κατέβω ξανά απ' αυτό τον παραδεισένιο τόπο».

Κι, όμως, μετά από δυο-τρεις μέρες ακούω μια γνωστή φωνή, κάτω, από τα καλυβάκια: «Χαράλαμπε, είπε ο γέροντας να κατέβεις».

Ε, δεν θα με πιστέψετε πόση δυσφορία μου ήλθε όταν άκουσα την εντολή να γυρίσω. Κι όμως δεν μπορούσα αλλιώς. Βρισκόμουν στην υπακοή. Μόλις γυρνάω και η αλλοίωση στο σκυφτό πρόσωπό
μου ήταν ολοφάνερη, με περιλαμβάνει ο γέροντας και μου λέει: «Θέλω, Χαράλαμπε, να μου πεις την αλήθεια. Είναι παράδεισος εκεί που σ' έστειλα ή όχι;». Εγώ συγκινημένος με σκυφτό πρόσωπο
του απαντώ με βουρκωμένα μάτια: «Ναι γέροντα, πράγματι είναι παράδεισος». Ε, δεν άντεξε ο γέροντάς μου, μ' έβαλε στην αγκαλιά του και με φιλούσε.

Κατά κανόνα, ο γέροντάς μας, συμπεριφερόταν αυστηρά. Όμως, μερικές φορές, όταν διαπίστωνε πνευματική πρόοδο στα καλογέρια του, δεν άντεχε από την χαρά του. Μας φανέρωνε τον
πραγματικό εαυτό του. Μας αγκάλιαζε και, συγκινημένος, δεν μπορούσε να βαστάξει τα δάκρυα..

Wednesday, July 26, 2017

Καλημέρα Παναγία μου ! ( π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου )

Κάποιος κύριος, πνευματικοπαίδι μου, μεγάλος κάπως στην ηλικία, οδηγούσε ένα πρωινό το αυτοκίνητο του και σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε ένα προσκυνητάρι.

Επειδή λόγω της ηλικίας του οδηγούσε σχετικά αργά, πρόλαβε να δει μέσα στο προσκυνητάρι την εικόνα της Παναγίας. Τότε σκύβοντας ελαφρώς και απευθυνόμενος προς την εικόνα της Παναγίας είπε:

- Καλημέρα, Παναγία μου!
Και αμέσως ή Παναγία βρέθηκε μπροστά του, ολόσωμη, ολοζώντανη, ολόλαμπρη και του απάντησε με γλυκύτητα:
- Καλημέρα, παιδί μου!

Όταν συνήλθε, βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο του, στη μέση του δρόμου, γονατιστός και γεμάτος δάκρυα.

Από τότε κάθε φορά πού βλέπει εικόνα της Παναγίας κατανύσσεται και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα.
 
 Πηγή: Από το βιβλίο «Γνώσις και βιώμα της Ορθοδόξου Πίστεως»
π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου

Friday, July 21, 2017

Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η ευχή… ( Άγιος Πορφύριος )

Να προσεύχεσθε στον Θεό με ανοικτά τα χέρια. Αυτό είναι το μυστικό των αγίων. Μόλις άνοιγαν τα χέρια τους, τους επεσκέπτετο η θεία χάρις. Οι πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν ως πιο αποτελεσματική τη μονολόγιστη ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Το κλειδί για την πνευματική ζωή είναι η Ευχή.

Την ευχή δεν μπορεί κανείς να τη διδάξει, ούτε τα βιβλία, ούτε ο γέροντας, ούτε κανείς. Ο μόνος διδάσκαλος είναι η θεία χάρις. Αν σας πω ότι το μέλι είναι γλυκό, είναι ρευστό, είναι έτσι κι έτσι, δεν θα καταλάβετε, αν δεν το γευθείτε. Το ίδιο και στην προσευχή, αν σας πω, «είναι έτσι, νιώθεις έτσι» κ.λπ., δεν θα καταλάβετε ούτε θα προσευχηθείτε, «ει μη εν Αγίω Πνεύματι».

Μόνο το Πνεύμα το Άγιον, μόνο η χάρις του Θεού μπορεί να εμπνεύσει την ευχή. Δεν είναι δύσκολο να πείτε την ευχή αλλά δεν μπορείτε να την πείτε σωστά, γιατί κλωτσάει ο παλαιός εαυτός σας. Αν δεν μπορείτε στην ατμόσφαιρα της χάριτος, δεν θα μπορέσετε να κάνετε την ευχή.

Μόλις ακούσετε προσβλητικό λόγο, λυπάσθε και μόλις σας πουν καλό λόγο, χαίρεσθε και λάμπετε;

Με αυτό δείχνετε ότι δεν είστε έτοιμοι, δεν έχετε τις προϋποθέσεις. Για να έλθει η θεία χάρις, πρέπει ν’ αποκτήσετε τις προϋποθέσεις, την αγάπη και την ταπείνωση, διαφορετικά δημιουργείται αντίδραση.

Για να μπορείτε σε αυτή τη «φόρμα», θα ξεκινήσετε απ’ την υπακοή.

Πρέπει πρώτα να δοθείτε στην υπακοή, για να έλθει η ταπείνωση. Βλέποντας την ταπείνωση, ο Κύριος στέλνει την θεία χάρι και έπειτα έρχεται μόνη, αβίαστα, η προσευχή.

Αν δεν κάνετε υπακοή και δεν έχετε ταπείνωση, η ευχή δεν έρχεται και υπάρχει και φόβος πλάνης.

Να ετοιμάζεσθε σιγά σιγά, απαλά απαλά, και να κάνετε την ευχή μέσα στο νου.

Ότι είναι στο νου, είναι και στην καρδιά.

«Βίος και Λόγοι» Αγίου Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου.

Saturday, July 15, 2017

Μετανόησε, αλλά δεν ήθελε να ξεχάσει...

Μετανόησε, αλλά κρατούσε τον εαυτό του στην ταπείνωση βλέποντας ποιος ήταν, τι έκανε, πως έζησε…

Πήγε και κάθισε δίπλα στο παράθυρο. Του άρεσε καθώς το λεωφορείο ταξίδευε μέσα στην πόλη να παρατηρεί τον κόσμο. Ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιριάτικο απόγευμα. Εκείνο όμως που του έκανε εντύπωση ήταν οι έρημοι δρόμοι, τα νεκρά πεζοδρόμια, τα σιωπηλά μαγαζιά. Η πόλη ήταν έρημη. Ο καλός καιρός και η αργία του Σαββατοκύριακου έκανε ακόμα και τους αναποφάσιστους αστούς να τολμήσουν μια επίσκεψη στην πιο κοντινή παραλία.

Μέσα στο λεωφορείο ήταν άλλοι τρεις άνθρωποι. Δύο ηλικιωμένοι και ένας μετανάστης. Το χρώμα του τον πρόδιδε. Ο μελαμψός άνδρας τον κοιτούσε επίμονα. Μετά από δύο στάσεις ο άνδρας με την περίεργη ενδυμασία σηκώθηκε. Ο ιερέας νόμιζε ότι θα κατέβει στην επόμενη στάση. Όμως δεν έγινε κάτι τέτοιο. Ο άνδρας πλησίασε τον ιερέα και κάθισε δίπλα του. Δεν είπε κάτι. Κοιτούσε κάτω, σαν να σκεφτόταν να μιλήσει αλλά κάτι τον εμπόδιζε.

Ο ιερέας μαζεύτηκε. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα τον ρώτησε: «Μπορώ να σε βοηθήσω σε κάτι»;

Ο άνδρας ανασηκώθηκε, ακούμπησε την πλάτη του στο σκληρό κάθισμα του λεωφορείου και αναστέναξε. Ο ιερέας επανέλαβε την ερώτηση. Ο σιωπηλός άνδρας έβγαλε σιγά σιγά ένα χαρτάκι από την τσέπη του πουκαμίσου του. Ήταν παλιό, ταλαιπωρημένο. Το άνοιγε αργά, σαν να κρυβόταν εκεί ένα μεγάλο μυστικό, το δικό του μυστικό. Καθώς το άνοιγε τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα. Ο ιερέας παρατηρούσε γεμάτος αγωνία τις κινήσεις του. Τα μαύρα του χέρια έτρεμαν καθώς το περιεχόμενο του χαρτιού αποκαλύφθηκε. Ήταν μια φωτογραφία. Ήταν μια εικόνα του παρελθόντος που στοίχειωνε τον άνδρα. Ο ιερεάς στην θέα της φωτογραφίας ενστικτωδώς τον ακούμπησε στην πλάτη του…

Ήταν πλέον μόνοι τους μέσα στο λεωφορείο. Αυτοί και ο οδηγός.
Ο άνδρας κοίταξε τον ιερέα στα μάτια και είπε: «Θέλω βαπτιστώ…». Ο ιερέας δεν μίλησε, απλά ένευσε καταφατικά.

Τα μάτια παίζανε ανάμεσα στην φωτογραφία και στις σκέψεις του, ανάμεσα στο «τώρα» και στο «τότε».
Η φωτογραφία απεικόνιζε τον ίδιο, χαμογελαστό, ντυμένο σαν αντάρτη, κρατώντας ψηλά και περήφανα το όπλο του με φόντο νεκρά κορμιά ανθρώπων.
Γιατί την είχε μαζί του; Γιατί κουβαλούσε επάνω του αυτό το απάνθρωπο στιγμιότυπο; Τιμωρούσε τον εαυτό του; Μήπως δεν ήθελε να ξεχάσει τι είχε κάνει; Μήπως αυτή η φωτογραφία ήταν η παρουσία της συνείδησής του; Γιατί δεν την είχε πετάξει;

Μετανόησε, αλλά δεν ήθελε να ξεχάσει. Μετανόησε, αλλά κρατούσε τον εαυτό του στην ταπείνωση βλέποντας ποιος ήταν, τι έκανε, πως έζησε…

«Θέλω βαπτιστώ…» ξαναείπε «...μετανοιώνω...αγαπώ Χριστό....» και ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο ιερέας τον αγκάλιασε… δεν είχε λόγια. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, ποιος ήταν αυτός ο λαβωμένος ψυχικά άνδρας που με θάρρος του απεκάλυψε το παρελθόν του.
Η επόμενη στάση πλησίαζε. Ήρθε η ώρα να κατέβουν από το λεωφορείο. Ο ιερέας πήρε από το χέρι τον άνδρα. Στεκόταν και οι δύο τους αμίλητοι καθώς ο οδηγός άνοιγε την πίσω πόρτα ώστε να κατέβουν. Μπροστά τους βρισκόταν ο ναός όπου εφημέρευε ο ιερέας.

Η πόρτα του λεωφορείου έκλεισε και μαζί της έκλεισε και η πόρτα ενός παρελθόντος γεμάτο μίσος, οργή και ψυχική οδύνη. Τώρα πλέον ο ιερέας άνοιγε την πόρτα του ναού, μια πόρτα η οποία θα εισήγαγε τον ξενιτεμένο στην ενδοχώρα της συγχώρεσης, της ειρήνης, της ηρεμίας, της αγάπης.

Ένας ξενιτεμένος θα έβρισκε επιτέλους την πατρίδα του… μια πατρίδα που δεν έχει σύνορα ανθρώπινα. Μια πατρίδα στην οποία πολίτες της είναι όλοι όσοι δάκρυσαν για τα λάθη τους, πίστεψαν στην Αλήθεια, πλύθηκαν στο Λουτρό της Ουράνιας Υιοθεσίας και καταδικάστηκαν στην Αιώνια θαλπωρή Του.

Αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος

Sunday, July 9, 2017

Ακόμα κι αν γεμίζαμε έναν ωκεανό με τα δάκρυα της μετάνοιάς μας... ( Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ )

Ακόμα κι αν γεμίζαμε έναν ωκεανό με τα δάκρυα της μετάνοιάς μας, δεν θα ήταν αρκετά για να ευχαριστήσουμε τον Κύριο, που μας δίνει δωρεάν το σώμα Του και το αίμα Του για να μας ξεπλύνει από το ρύπο της ψυχής μας, για να μας εξαγνίσει, για να μας αναζωογονήσει και να μας αναστήσει.

Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Saturday, July 1, 2017

Δεν θέλει ο Θεός τον θάνατο του αμαρτωλού... ( Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος )

«Δεν θέλει ο Θεός τον θάνατο του αμαρτωλού, όσο το να επιστρέψει και να σωθεί. Ας μην κατηγορήσεις τον εαυτό σου, επειδή βρίσκεσαι σε βάθος κακών. Είναι ευκαιρία ανοχής, είναι καιρός μακροθυμίας, είναι καιρός να γιατρευτείς, είναι καιρός να διορθωθείς.
Γλίστρησες, σήκω! Αμάρτησες, ησύχασε!
Μη στέκεσαι στον δρόμο των αμαρτωλών, αλλά φύγε από εκεί. Γιατί, όταν φύγεις και θρηνήσεις, τότε θα σωθείς. Καθ’ όσον η υγεία προέρχεται από τους κόπους και η σωτηρία απ’ τους ιδρώτες».

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος

Monday, June 26, 2017

Άρωμα σε όλους μας ας είναι η ευωδία της προσευχής, οι καλές πράξεις και ο αγιασμός των σωμάτων μας ( Αγίου Κυρίλλου Πατριάρχη Ιεροσολύμων )

«Ας τρέξουμε όλοι το δρόμο της αγνότητας με τη χάρη του Θεού, νέοι και νέες, ηλικιωμένοι μαζί με τους νεώτερους (Ψαλμ. 148, 12), χωρίς να συμμετέχουμε σε ακολασίες, αλλά υμνώντας το όνομα του Χριστού.
Ας μην αγνοήσουμε τη δόξα της αγνότητας, γιατί το έπαθλό της είναι αγγελικό και το κατόρθωμα υπεράνθρωπο.
Ας ενδιαφερθούμε για τα σώματά μας τα οποία πρόκειται να λάμψουν σαν τον ήλιο.
Ας μην μολύνουμε για μικρή ηδονή το σώμα που έχει τέτοια και τόσο μεγάλη αξία. Γιατί η αμαρτία είναι προσωρινή, ενώ η ντροπή είναι πολύχρονη και αιώνια. Αυτοί που διατηρούν την αγνότητά τους είναι άγγελοι που περπατούν πάνω στη γη. Οι παρθένες θα βρίσκονται κοντά στην Παρθένο Μαρία.
Ας απορρίψουμε τον καλλωπισμό και κάθε ολέθριο βλέμμα, καθώς και κάθε περίπατο που μας διασύρει και κάθε προκλητικό ντύσιμο και άρωμα.
Άρωμα σε όλους μας ας είναι η ευωδία της προσευχής, οι καλές πράξεις και ο αγιασμός των σωμάτων μας, ώστε ο Κύριος που γεννήθηκε απ’ την Παρθένο να πει και για μας, τους άντρες που ακολουθούμε το δρόμο της αγνότητας και τις γυναίκες που επιβραβεύονται γι’ αυτήν: «Θα κατοικήσω και θα περπατήσω μέσα τους και θα είμαι ο Θεός τους και αυτοί θα είναι ο λαός μου» (Β΄ Κορ. 6, 16. Λευϊτ. 26, 12).
Σε αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

Sunday, June 18, 2017

Περί Μαγείας - Πώς να Ελευθερωθείς από τα μάγια

 Το παρόν άρθρο, είναι αφιερωμένο στους αδελφούς μας που έχουν εμπλακεί στα δίχτυα της μαγείας. Σε όλους εκείνους που κατέφυγαν στις μαγικές δυνάμεις, αλλά και σε αυτούς που έπεσαν θύματα μαγικών επιρροών.

Kατανοούμε την κατάσταση.Γνωρίζουμε, ότι υποφέρουν. Θέλουν να ελευθερωθούν, μα δεν μπορούν. Έχει αδυνατίσει η θέλησή τους. Έχει συσκοτισθεί η σκέψη τους με αποτέλεσμα τη σύγχυση του νου. Έχει «δεθεί» η προσωπικότητά τους. Μέσα τους υπάρχει κάποια δύναμη που δεν τους αφήνει να προχωρήσουν, εκεί έρχετε η ορθόδοξη πίστη να δώσει τήν λύση...

Eίναι δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο, να ελευθερωθεί κανείς από την τυραννία του διαβόλου. Χρειάζεται πίστη, δύναμη, υπομονή και επιμονή. Η Εκκλησία μας σ’ εκείνους που αγωνίζονται να απαλλαγούν από τις μαγικές επιρροές προσφέρει τους εξής τρόπους θεραπείας:Βασική και πρωταρχική προϋπόθεση για την απόταξη των πονηρών και διαβολικών επιρροών είναι η μετάνοια. Με τα δάκρυα της μετανοίας, όπως με το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος, καθαρίζεται η ψυχή και το σώμα από την αμαρτία, αποτάσσεται ο σατανάς και επανενώνεται ο αμαρτωλός άνθρωπος με τον Χριστό. 
 
Χωρίς γνήσια εξομολόγηση οι ευχές και λειτουργίες μένουν ανενεργείς. Μόνο με την μετάνοια φεύγει ο σκοτεινός διάβολος και επανέρχεται ο ακοίμητος φρουρός και συνοδός μας ο φύλακας άγγελος του Θεού.

Όσοι, λοιπόν, επηρεάζονται από το διάβολο, όσοι κατέφυγαν σε πνευματιστές και μάγους, όσοι έκαναν μάγια σε κάποιο συνάνθρωπο τους, όσοι χρησιμοποίησαν τα μαγικά ξόρκια, όσοι παρακολούθησαν μαγικές τελετές, όσοι έριχναν τα χαρτιά και τον καφέ, όσοι συμβουλεύονταν μάντεις… για να ελευθερωθούν από τα δεσμά του σατανά, θα πρέπει να γονατίσουν στο πετραχήλι ενός έμπειρου πνευματικού και με πλήρη συναίσθηση των αμαρτημάτων τους να μετανοήσουν και να ζητήσουν το έλεος του Θεού. Χωρίς τη γνήσια μετάνοια όλα τα άλλα που θα αναφέρουμε στη συνέχεια δεν βοηθούν και δεν θεραπεύουν (πρέπει να γίνονται όλα μαζί).

Η νηστεία και η προσευχή είναι όπλα πνευματικά, τα οποία ο ίδιος ο Κύριος συνιστά: «Τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Μαρκ.θ’29). Με τη νηστεία εξαγνίζεται το σώμα και βοηθείται η ψυχή στην εκρίζωση των παθών.


«Η νηστεία φάρμακόν εστίν παθών καθαρτήριον» Να τηρεί, λοιπόν, εκείνος που θέλει να απαλλαγεί από τις μαγικές δυνάμεις, τις νηστείες της Εκκλησίας. Να προσεύχεται αδιάλειπτα για τη θεραπεία του. Να εφαρμόσει μια έκτατη τεσσαρακονθήμερη νηστεία, ειδικά αφιερωμένη στη συγκεκριμένη περίπτωσή του. Να είναι πρόθυμος να τηρήσει ό,τι ο πνευματικός του καθορίσει.

Μαζί με την νηστεία απαραίτητη είναι και η προσευχή. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη δύναμη από τη γνήσια «πεπυρωμένη» προσευχή. Η προσευχή είναι «στήριγμα των ασθενιών και σκέπη εν τω καιρώ των πειρασμών» (Ισαάκ ο Σύρος). Με την προσευχή ενώνεται ο άνθρωπος με τον Θεό, φωτίζεται η διάνοια, ενισχύεται η θέληση, εκλογικεύονται οι επιθυμίες, μαστίζονται και φυγαδεύονται οι δαίμονες.

Η επίκληση του ονόματός του Ιησού Χριστού κατακαίει τους δαίμονες. Σε εκείνους που τον επικαλούνται δεν επιτρέπει ο Κύριος την εισβολή δαιμόνων, αλλά τους διατηρεί καθαρούς και άτρωτους.

Αποτελεσματική είναι και η βοήθεια της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Θεοτόκος το «φρικτόν άκουσμα και λάλημα», η «το σκότος λύσασα και τους ζοφώδεις δαίμονας ολοτελώς εκμειώσασα» (ψάλει η Εκκλησία μας) αποβαίνει για κάθε πιστό που παλεύει μέσα στο πέλαγος των θλίψεων και των παγίδων του εχθρού, λιμάνι και ορμητήριο. Με την επέμβασή της συντρίβονται τα πλήθη των εναερίων σατανικών πνευμάτων. Όσοι επικαλούνται με πίστη τη βοήθεια της, ελευθερώνονται από το δαιμονικό μαρτύριο.

Και οι άγιοι της Εκκλησίας μας με τις πρεσβείες τους συμπαρίστανται στους αγωνιζόμενους πιστούς. Ιδιαίτερα εκείνοι, οι οποίοι σε επιβράβευση των αγώνων τους έλαβαν από τον δωροδότη Θεό το κατά των δαιμόνων χάρισμα, όπως ο Μέγας Αντώνιος, ο άγιος Γεράσιμος της Κεφαλληνίας, ο άγιος Νεκτάριος και ο πρώην μάγος άγιος Κυπριανός, για τον οποίον η λαϊκή συνείδηση πιστεύει θεραπευτή εκείνων που υποφέρουν από τις επιδράσεις της μαγείας.

Κάποιοι από τους Χριστιανούς μας, αντί να καταφύγουν στην ιαματική χάρη των ευχών και Μυστηρίων της Εκκλησίας, καταφεύγουν σε «μάγους» ή σε καμία «εξορκίστρια», για να τους λύσουν τα μάγια. Αυτές όμως οι πράξεις τους καταδικάζονται από την Εκκλησία.Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος στον ΞΑ’ Κανόνα της, εκείνους που κατέφυγαν σε μάντεις για να πληροφορηθούν τα μέλλοντα ή να ανακαλύψουν τα απόκρυφα, κανονίζει με έξι χρόνια στερήσεως της Θείας Κοινωνίας. (Σήμερα ο πνευματικός κανονίζει πόσο καιρό ο άνθρωπος θα στερηθεί από την Θ. Κοινωνία).

Ακόμα και η Αγία Γραφή καταδικάζει την μαγεία(Λευΐτ. 20:27. 2 Χρον./ ή Παραλ. 33:6).
«Θεραπεύουσι το σώμα οι δαίμονες»; Ερωτά ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, και συνεχίζει: «Γέλως ταύτα και μύθοι. Επιβουλεύειν και καταβλάπτειν, ου θεραπεύειν ίσασιν οι δαίμονες» (P.G. 48, 854).Πρόσκαιρα σταματούν το κακό, που εκείνοι μας προξένησαν, για να πιστεύσουμε σ’ αυτούς.Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σε μια ομιλία του με τίτλο, «Ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να μεταχειρίζονται κανένα είδος μαγείας. Λόγος θ’», γράφει τα παρακάτω: «Μη απατάσαι, λοιπόν, Χριστιανέ, αλλά πληροφορού ότι ούτε λύκος γίνεται γίνεται πρόβατον ποτέ, κατά την παροιμίαν, ούτε ο διάβολος γίνεται ποτέ ιατρός, και ότι ευκολώτερα ημπορεί να ψυχραίνη η φωτιά και να θερμαίνη το χιόνι, πάρεξ να ιατρεύση κατά αλήθειαν ο διάβολος, διότι αυτός αν και θελήση να σε ιατρεύση, αλλά δεν δύνατε, διότι είναι πάντη αδύνατος και αν υποθέσωμεν πως δύναται να σε ιατρεύση, όμως δεν θέλει. Διότι η υγεία του ανθρώπου είναι καλόν, ο διάβολος μισεί πάντα τα καλά και διά τούτο ονομάζεται μισόκαλος» (Χρηστοήθεια, σ. 207).

Γι αυτό λέμε είναι μεγάλος λάθος και αμαρτία, το να τρέχουν οι Χριστιανοί σε μάγους… για να τους λύσουν δήθεν τα μάγια.

Το ερώτημα είναι: Είναι, λοιπόν, δυνατόν ποτέ τον Χριστιανό που επικαλείται στην κατά δαιμόνων πάλη το όνομα του Χριστού, που ζει «εν μετανοία» μέσα στην Εκκλησία, που ταπεινά και συνειδητά συμμετέχει στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, που μελετά και εφαρμόζει το άγιο Ευαγγέλιο, να τον επηρεάζουν οι μαγικές δυνάμεις;

Μόνο, όταν ο Χριστιανός είναι αδύναμος στην πίστη και στην πνευματική ζωή, τότε επηρεάζεται από τις μαγικές δυνάμεις.Αν λοιπόν κάποιος Χριστιανός υποφέρει από μάγια, να τηρήσει τα ανωτέρω που αναφέραμε. Και να μην απελπίζεται.

Διότι ο Μέγας Αντώνιος είπε: «Ας σκεπτώμαστε βαθειά με την ψυχή μας, ότι ο Κύριος είναι μαζί μας, Αυτός που τους κατετρόπωσε (τους δαίμονες) και τους κατήργησε. Και να βάζωμε στο μυαλό μας και να θυμόμαστε πάντοτε, ότι, εφ’ όσον ο Κύριος είναι μαζί μας, τίποτε δεν θα μας κάνουν οι εχθροί» (Βίος Και Πολιτεία του Μ. Αντωνίου).

Αρχιμ. Νικόλαος Ι. Πρωτοπαπάς «ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΑΓΙΑ, ΕΚΔΟΣΗ 6η» ,
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Monday, June 12, 2017

Η δύναμη του πνευματικού αγώνα ( Από το Γεροντικό )



Έβαλε κάποτε στο νου της μια γυναίκα της αμαρτίας και στοιχημάτισε με τους φίλους της, πως θα το πετύχαινε να παρασύρει στα δίχτυα της τον Ερημίτη, που ζούσε στο βουνό, μακριά από την πόλη και που όλοι έλεγαν γι’ αυτόν πως ήταν άγιος άνθρωπος.

Φόρεσε ένα πυκνό πέπλο, που έκρυβε την ομορφιά της κι’ ανέβηκε στο βουνό. Οι φίλοι της την περίμεναν στα μισά του δρόμου. Όταν βράδιασε, χτύπησε την πόρτα της σπηλιάς του Ερημίτη. Εκείνος όταν την είδε, ταράχτηκε…

Πώς βρέθηκε τάχα γυναίκα τέτοια ώρα σ’ αυτή την έρημο;

Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε, συλλογίστηκε.

Τη ρώτησε ποια ήταν και τι γύρευε. Εκείνη έβαλε τα κλάματα.
- Ώρες ολόκληρες πλανιέμαι σ’ αυτές τις ερημιές, Αββά. Έχασα το δρόμο και τη συντροφιά μου κι’ ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα εδώ. Μα για τ’ όνομα του Θεού, μη με αφήσεις να με φάνε τα θηρία.

Ο Ερημίτης βρέθηκε σε δίλημμα. Να βάλει γυναίκα στην κατοικία του; Τέτοιο πράγμα δεν του είχε συμβεί ποτέ. Μα ν’ αφήσει πάλι το πλάσμα του Θεού να φαγωθεί από τα θηρία; Αυτό θα ήταν απάνθρωπο, σχεδόν έγκλημα. Νικήθηκε, τέλος, από την συμπάθεια και την έβαλε μέσα. Εκείνη τότε τράβηξε δήθεν με αφέλεια το πέπλο της και του φανέρωσε τα θέλγητρά της.

Ο πειρασμός άρχιζε να φλογίζει τον αγωνιστή, αφού η πράξη δεν ήταν πια δύσκολη. Έριξε κατά γης μερικά ξερά φύλλα κι’ είπε στη γυναίκα να πλαγιάσει, ενώ αυτός τράβηξε στο βάθος της σπηλιάς. Γονάτισε κι’ έκανε θερμή προσευχή. Απόψε συλλογίστηκε, έχω να δώσω την πιο σκληρή μάχη εναντίον του ορατού και αόρατου εχθρού. Ή θα νικήσω ή θα χάσω όλους μου τους κόπους.

Όσο προχωρούσε η νύχτα τόσο η φλόγα της επιθυμίας τον έκαιγε. Για μια στιγμή ένοιωσε να λυγίζει η αντίστασή του και τρόμαξε.

Αυτοί, πού μολύνουν το σώμα με αμαρτωλές πράξεις, πηγαίνουν στην κόλαση, είπε σχεδόν φωναχτά. Για κάνε δοκιμή, αν θα αντέχεις στη βασανιστική φωτιά. Άναψε το λυχνάρι του κι’ έβαλε το δάχτυλό του στη φλόγα. Μα η άλλη φλόγα δεν τον άφηνε να νοιώσει τον πόνο από το κάψιμο. Αφού αχρηστεύθηκε το πρώτο δάχτυλο, έβαλε στη φλόγα του λυχναριού το δεύτερο, το τρίτο… Μέχρι να ξημερώσει έκαψε και τα πέντε δάχτυλα του χεριού του.

Εκείνη η αθλία παρακολουθούσε κρυφά τον υπεράνθρωπο αγώνα του δούλου του Θεού και, βλέποντας τον να καίει με πείσμα όλα του τα δάχτυλα το ένα πίσω από το άλλο, τόσο πολύ ταράχτηκε, που από τον τρόμο της ξεψύχησε. Οι φίλοι της στο μεταξύ έκαναν αιφνιδιασμό στη σπηλιά του ερημίτη για να γελάσουν σε βάρος του. Τον βρήκαν όμως απ’ έξω να προσεύχεται.

- Μήπως φάνηκε από δω χτες βράδυ καμιά γυναίκα; τον ρώτησαν.

- Μέσα είναι και κοιμάται, τους αποκρίθηκε εκείνος. Μπήκαν μέσα και τη βρήκαν νεκρή.

- Αββά, πέθανε, φώναξαν τρομαγμένοι. Εκείνος τότε ξεσκέπασε το χέρι του και τους έδειξε τα
δάχτυλά του.

- Για δέστε δω, τί μου έκανε η θυγατέρα του διαβόλου; Η εντολή του Χριστού όμως με προστάζει να κάνω καλό αντί κακού. Στάθηκε και προσευχήθηκε πάνω από το άψυχο σώμα και την επανέφερε στη ζωή. 
Από το Γεροντικό
http://agapienxristou.blogspot.ca/2014/12/blog-post_61.html

Thursday, June 8, 2017

Οι παρεξηγήσεις πού χωρίζουν τούς ορθοδόξους αντιοικουμενιστές

Υπάρχει μεγάλη παρεξήγηση πού τήν εκμεταλεύεται ο διάβολος γιά νά μάς διαβάλλει, νά μάς διαιρεί καί νά κάνει τήν δουλειά του, νά βασιλεύει.

Ο Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής έφυγε από τής παρατάξεις τών ζηλωτών καί γύρισε στά μοναστήρια. Γιατί τό έκανε;

Διότι τό 1950 οι παρατάξεις τών ζηλωτών έβγαλαν εγκύκλιο η οποία καταδίκαζε τήν κρατούσα Εκκλησία τού νεού ημερολογίου ώς αιρετική μέ άκυρα μυστήρια.

Αυτό είχε ώς αποτέλεσμα ν’ανησυχήσει, νά προσευχηθεί καί νά δεί όραμα ότι ξέφυγε από τό Άγιον Όρος καί βρίσκονταν σ’ένα βράχο μέ κύμα έτοιμος νά πνiγεi, όποτε άφησε τούς ζηλωτές καί γύρισε στό Πατριαρχείο, όμως δέν μνημόνευε τόν Πατριάρχη, διότι άλλο είναι τό Πατριαρχείο καί άλλο ο Πατριάρχης.

Όταν ο Πατριάρχης κηρύττει «γυμνή τή κεφαλή» αιρετικές απόψεις, φεύγεις απ’αυτόν, αλλά όχι καί από τήν Εκκλησία. Αυτό έκανε καί ο Γέροντας Ιωσήφ όταν είδε ότι οι ζηλωτές έφευγαν, όχι μόνο από τόν αιρετικό Πατριάρχη, αλλά καί από τήν Εκκλησία τήν οποία έλεγαν αιρετική καί έφτιαχναν άλλες εκκλησίες – παρατάξεις πού η μία απέρριπτε τήν άλλη. Έτσι έκανε καί ο άγιος γέροντας Παΐσιος, έκοψε τό μνημόσυνο, άλλα δέν μπήκε στίς παρατάξεις νά μαλώνει γιά τίς κεφαλές τους.

Έτσι καί τώρα φεύγουμε μακριά από τόν αιρετικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο καί δέν τόν μνημονεύουμε, αλλά δέν κάνουμε δική μaς εκκλησία. Παραμένουμε εντός τής Εκκλησίας καί παρακαλούμε τόν Θεό νά στείλει Oρθοδόξο Πατριάρχη νά καταδικάσει τήν αίρεση τού Οικουμενισμού καί όλους τούς καινοτόμους τής Εκκλησίας, κληρικούς καί θεολόγους.

Ο Γέροντας Ιωσήφ μεχρί τέλους τής ζωής του δέν μνημόνευε Πατριάρχη καί όλα τά μοναστήρια τής συνοδείας του (Οι υποτακτικοί του);;; μεχρί τό 1973 δέν μνημόνευαν, όμως τό ’73 εξαρχία τού Πατριαρχείου είπε στό Άγιον Όρος, οποίος δέν μνημονεύει τόν Πατριάρχη καθαιρείται καί έτσι άρχισαν τήν μνημόνευση. Άλλους Ηγουμένους πού δέν μνημόνευσαν τούς καθαίρεσαν, όπως τόν Αγιοπαυλίτη Ανδρέα, τόν Γρηγοριάτη Αθανάσιο, τόν Ξενοφωντινό Ευδόκιμο, τόν Εσφιγμενίτη Αθανάσιο καί μόνο η Εσφιγμένου συνέχισε νά μήν μνημονεύει.

Άν έκαναν καλά ή κακά πού προτίμησαν τήν μνημόνευση από τήν καθαίρεση καί τήν μοναχική ανάπτυξη από τήν ομολογία πίστεως, άς τό κρίνει ο Θεός.

Αυτό πού έχει τώρα σημασία είναι ότι έχουμε τούς Οικουμενιστές οι οποίοι είναι όλοι ενωμένοι καί εμάς τούς αντιοικουμενιστές πού είμαστε όλοι χωρισμένοι.

Άς ενώσουμε όλοι τήν ορθόδοξη πίστη μας καί νά προσευχηθούμε ο Θεός νά διώξει από τήν ποίμνη Του όλα τά ζιζάνια πού πνίγουν τά στάχυα πού έσπειρε.

Άς φανερώσουμε στόν λαό τού Θεού τήν μεγάλη αποστασία τών Ποιμένων από τόν Θεό καί τόν προσηλυτισμό τών πιστών στήν παναίρεση του οικουμενισμού καί τήν δολιότητα τής Συνόδου τής Κρήτης η οποία εισήγαγε πανορθόδοξα καί συνοδικά τήν αίρεση τού οικουμενισμού στήν Ορθόδοξη Εκκλησία.


Σκανδαλισμένος Αγιορείτης Μοναχός

Saturday, June 3, 2017

Ὁ Χριστὸς προσκαλεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ ψυχή ( Ἅγιος Τύχων Ζαγκόρσκ )


Γιατὶ μὲ ἐγκατέλειψες, ἄνθρωπε; Γιατὶ ἀποστράφηκες ἀπὸ τὸν ἀγαπήσαντά σε; Γιατὶ πάλιν ἑνώθηκες μὲ τὸν ἐχθρό μου; Θυμήσου πώς κατέβηκα γιά σένα ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Θυμήσου πώς ἔγινα γιά σένα σάρκα. Θυμήσου πώς γεννήθηκα γιά σένα ἀπὸ τὴν Παρθένο. Θυμήσου πώς ἔγινα γιά σένα βρέφος. Θυμήσου πώς ταπεινώθηκα γιά σένα. Θυμήσου πώς ἐφτώχυνα γιά σένα. Θυμήσου πώς ἔζησα γιά σένα ἐπὶ τῆς γῆς. Θυμήσου πώς ὑπέμεινα γιά σένα διωγμούς.

Θυμήσου πώς ἀποδέχτηκα, γιά σένα, τὶς κακολογίες,τὶς ὕβρεις, τὶς ἀτιμώσεις, τὶς πληγές, τοὺς ἐμπτυσμούς,τοὺς κολαφισμούς, τὶς κοροϊδίες καὶ τὶς καταδίκες. Θυμήσου πώς γιά σένα «μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθην». Θυμήσου πώς γιά σένα ἔλαβα τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Θυμήσου πώς γιά σένα ἐνταφιάστηκα. Κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιά νά σὲ ἀνεβάσω στούς οὐρανούς. Ταπεινώθηκα γιά νά σὲ ὑψώσω. Ἐπτώχευσα γιά νά σὲ πλουτίσω. Ἀτιμάστηκα γιά νά σὲ δοξάσω. Πληγώθηκα γιά νά σὲ ζωντανέψω.
Ἐσὺ ἔκανες τὴν ἁμαρτία, καὶ Ἐγὼ πῆρα αὐτὴ τὴν ἁμαρτία ἐπάνω μου. Ἐσὺ φταῖς, καὶ Ἐγὼ ἐκτελέστηκα. Ἐσὺ εἶσαι ὀφειλέτης, καὶ Ἐγὼ πλήρωσα τὸ χρέος. Ἐσὺ… καταδικάστηκες σὲ θάνατο, καὶ Ἐγὼ πέθανα γιά σένα.

Μὲ προσέλκυσε νά τὸ κάνω ἡ ἀγάπη μου καί ἡ εὐσπλαχνία μου. Δέν μπόρεσα νά ἀντέξω νά ὑποφέρεις, εὑρισκόμενος σὲ τόση δυστυχία. Καὶ ἐσὺ περιφρονεῖς αὐτὴν τὴν ἀγάπη μου; Ἀντὶ ἀγάπης μοῦ ἀνταποδίδεις τὸ μῖσος. Ἀντὶ Ἐμένα ἀγαπᾶς τὴν ἁμαρτία. Ἀντὶ νά μὲ ὑπηρετεῖς, λειτουργεῖς τὰ πάθη σου. Ἀλλὰ τὶ βρῆκες σὲ Μένα πού θὰ ἔπρεπε νά ἀποφύγεις;

Γιατὶ δέν θέλεις νά ἔρθεις σ΄ Ἐμένα; Ἀναζητᾶς καλὸ γιά τὸν ἑαυτὸ σου; Κάθε καλὸ τὸ ἔχω Ἐγώ. Ἀναζητᾶς τὴν μακαριότητα; Κάθε μακαριότητα τὴν ἔχω Ἐγώ. Ἀναζητᾶς τὴν ὀμορφιά; Τὶ ὑπάρχει πιὸ ὄμορφο ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν εὐγένεια; Ποιός εἶναι πιὸ εὐγενὴς ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Παρθένο; Ἀναζητᾶς τὸ ὑψηλό; Τὶ εἶναι πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὸ Βασιλέα τῶν οὐρανῶν;

Ἀναζητᾶς τὴν δόξα; Ποιός εἶναι πιὸ ἔνδοξος ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὸν πλοῦτο; Ὅλα τὰ πλούτη βρίσκονται σὲ Μένα. Ἀναζητᾶς τή σοφίᾳ; Ἐγὼ εἶμαι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Ἀναζητᾶς τὴν φιλία; Ποιός εἶναι φιλικότερος ἀπὸ Μένα, πού ἔδωσα τὴν ψυχή μου γιά ὅλους σας; Ἀναζητᾶς τὴν βοήθεια; Ποῖος μπορεῖ νά σὲ βοηθήσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα;
Ἀναζητᾶς τὸν γιατρό; Ποιός μπορεῖ νά σὲ θεραπεύσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν ἀγαλλίαση; Ποιός θὰ σοῦ τὴν δώσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν παρηγορία μέσα στίς θλίψεις σου; Ποιός θὰ σὲ παρηγορήσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν ἡσυχία; Σ’ ἐμένα θὰ βρεῖς τὴν ἡσυχία γιά τὴν ψυχή σου. Ἀναζητᾶς τὴν εἰρήνη; Ἐγὼ εἶμαι ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς.

Ἀναζητᾶς τή ζωή; Ἐγὼ ἔχω πηγὴ ζωῆς. Ἀναζητᾶς τὸ φῶς; Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἀναζητᾶς τὴν ἀλήθεια; Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀλήθεια. Ἀναζητᾶς τὴν ὁδό; Ἐγὼ εἶμαι ἡ ὁδός. Ἀναζητᾶς τὸν ὁδηγὸ στόν Οὐρανό; Ἐγὼ εἶμαι ὁ πιστὸς ὁδηγός. Λοιπόν, γιατὶ δέν θέλεις νά ἔρθεις σ’ Μένα; Δέν τολμᾶς νά μὲ πλησιάσεις; Ποιός, ἀλήθεια, εἶναι πιὸ εὐπρόσιτος ἀπὸ Μένα; Φοβᾶσαι νά Μὲ παρακαλεῖς; Πότε, ἀλήθεια, ἀρνήθηκα νά πραγματοποιήσω κάτι, ὅταν Μὲ παρακαλέσαν μὲ πίστη;

Δέν σοῦ ἐπιτρέπουν οἱ ἁμαρτίες; Ὅμως Ἐγὼ πέθανα γιά τοὺς ἁμαρτωλούς. Στενοχωριέσαι γιά τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν σου; Ἀλλὰ ἡ εὐσπλαχνία μου εἶναι πιὸ μεγάλη. «Δεῦτε πρὸς Μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Ἅγιος Τύχων Ζαγκόρσκ

Monday, May 29, 2017

Τι σημαίνει ο χωρισμός της ψυχής απ’ τον Θεό; ( Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς )



«Νεκρούς ονόμασε ο Κύριος τους ζωντανούς, βέβαια, κατά το σώμα, αλλά νεκρωμένους κατά την ψυχή.
Γιατί, όπως ακριβώς ο χωρισμός της ψυχής απ’ το σώμα είναι θάνατος, έτσι κι ο χωρισμός του Θεού απ’ την ψυχή, είναι θάνατος της ψυχής.
Κι αυτός είναι κυρίως θάνατος, ο θάνατος της ψυχής».

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς

Friday, May 26, 2017

Γιατί χωρίς απλή καρδιά, αληθινός χριστιανός δεν γίνεται κανένας ( Φώτης Κόντογλου )

 
 Άμα χαλαστεί ο άνθρωπος, αρχίζει να σιχαίνεται τα απλά και τα φτωχά πράγματα. Μα πολλές φορές ξανάρχεται στον παλιό εαυτό του, σαν τον μεθυσμένον που ξεμέθυσε, και τότε καταλαβαίνει πάλι μεγάλη όρεξη για την απλότητα, και χαίρεται μέσα του και ειρηνεύει, και θέλει να ζει ταπεινά και ήσυχα.
Τότε του αρέσουνε πάλι τα ταπεινά και τ' απονήρευτα πράγματα, και νοιώθει μέσα του την γλυκύτητα του Χριστού και την ειρήνη που είναι μέσα στο Ευαγγέλιο.
Γιατί χωρίς απλή καρδιά, αληθινός χριστιανός δεν γίνεται κανένας. Αυτό θα το νοιώσεις από κάποια λόγια των αγίων που λένε: «Όποιος δεν γνώρισε την ειρήνη, δεν γνώρισε τη χαρά.
Αν αγαπάς την πραότητα, ζήσε με ειρήνη· κι αν αξιωθείς την ειρήνη, θα χαίρεσαι σε κάθε καιρό. 'Ανθρωπος με πολλές έγνοιες, δεν ειμπορεί να γίνει πράος και ησύχιος. Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά, κι όταν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, ευθύς τον σκεπάζει το έλεος. Η προσευχή είναι χαρά. Η βασιλεία των ουρανών, μέσα μας βρίσκεται. Η χαρά που νοιώθει ο άνθρωπος για το Θεό, είναι πιο δυνατή από τούτη τη ζωή.
Όποιος φτωχεύει από τα πλούτη του κόσμου, πλουτίζεται με τα πλούτη του Θεού. Όποιος αγαπά τα φανταχτερά πράγματα, δεν μπορεί να έχει ταπεινά αισθήματα, γιατί η καρδιά από μέσα τυπώνεται με τα ίδια σχήματα που είναι απ' έξω»

Φώτης Κόντογλου 

Wednesday, May 17, 2017

Παιδεία Κυρίου ( Άγιος Πορφύριος )

Τι είναι «παιδεία Κυρίου»;
Παιδεία Κυρίου» είναι η όποια δοκιμασία ή θλίψη ή δυσκολία που επιτρέπει ο Κύριος να μας συμβεί.
 
Όταν την δέχεσαι είναι σαν να λες:
Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν…
 
Όταν τα δεχόμαστε όλα με υπακοή και εμπιστοσύνη ως προερχόμενα υπό της αγάπης και της προνοίας του Θεού,
η Χάρη δεν απομακρύνεται.

Και η Θεία Χάρη σου προσφέρει τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις.
 
Άγιος Πορφύριος

Saturday, May 13, 2017

Τα σκαλοπάτια της αγάπης και της Αρετής... ( Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος )

 
Eκείνος που φροντίζει να μην υβρίζει, δεν θα μάθει ούτε να φιλονικεί.
Εκείνος που δεν έμαθε να φιλονικεί, θα κατορθώσει και το ν’ αγαπά.
Εκείνος που κατόρθωσε το ν’ αγαπά, δεν θα έχει εχθρό.
Εκείνος που δεν έχει εχθρό και εκδηλώνει την αγάπη του, θα κατορθώσει όλη γενικώς την αρετή.
 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Saturday, May 6, 2017

Με την προσευχή και την αγιοσύνη μπορείτε να βοηθήσετε τα παιδιά και στο σχολείο! ( Ἅγιος Πορφύριος )


Αυτό που γίνεται με τους γονείς, μπορεί να γίνει και με τους εκπαιδευτικούς. Με την προσευχή και την αγιοσύνη μπορείτε να βοηθήσετε και τα παιδιά στο σχολείο. Μπορεί να τα επισκιάσει η χάρις του Θεού και να γίνουν καλά. Μην προσπαθείτε με ανθρώπινους τρόπους να διορθώσετε κακές καταστάσεις. Δεν έρχεται κανένα καλό αποτέλεσμα. Μόνο με την προσευχή θα φέρετε αποτέλεσμα. Να επικαλείσθε τη θεία Χάρη για όλους. Να πάει η θεία Χάρις μέσα στην ψυχή τους και να τους αλλοιώσει. Αυτό θα πει χριστιανός.
Εσείς οι εκπαιδευτικοί μυστικά, χωρίς να το καταλαβανετε, μεταδίδετε στα παιδιά το άγχος και τα επηρεάζετε. Με την πίστη φεύγει το άγχος. Τι λέμε; «Και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα»
Ν’ ανταποκρίνεσθε στην αγάπη των παιδιών με διάκριση. Έτσι άμα σας αγαπήσουν, θα μπορέσετε να τα οδηγήσετε κοντά στον Χριστό. Θα γίνετε εσείς το μέσον. Η αγάπη σας να είναι αληθινή. Να μην τ’ αγαπάτε ανθρώπινα, όπως κάνουν συνήθως οι γονείς· δεν τα βοηθάτε. Αγάπη εν προσευχή, εν Χριστώ αγάπη. Αυτή ωφελεί πραγματικά. Κάθε παιδί που βλέπετε, να προσεύχεσθε γι’ αυτό κι ο Θεός στέλνει την Χάρη Του και θα το ενώνει μαζί Του. Προτού μπείτε στην τάξη, και ειδικά σε δύσκολα τμήματα, να λέτε την ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ...». Μπαίνοντας ν’ αγκαλιάζετε με το βλέμμα σας όλα τα παιδιά, να προσεύχεσθε και μετά να μιλάτεπροσφέροντας όλο σας τον εαυτό. Κάνοντας αυτή την προσφορά εν Χριστώ, θα χαίρεσθε. Έτσι θ’ αγιάζεσθε κι εσείς και τα παιδιά. Θα ζείτε μέσα στην αγάπη του Χριστού και στην Εκκλησία, διότι θα γίνεσθε καλοί μέσα στην εργασία.
Αν κάποιος μαθητής δημιουργήσει πρόβλημα, κάνετε πρώτα μια γενική παρατήρηση λέγοντας:
- Παιδιά, εδώ ήλθαμε για μάθημα, για σοβαρή δουλειά. Βρίσκομαι κοντά σας, για να σας βοηθήσω. Κι εσείς κουράζεσθε, για να πετύχετε στη ζωή. Κι εγώ, που σας αγαπάω πάρα πολύ, κοπιάζω. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, να κάνετε ησυχία, για να πετύχομε το σκοπό μας.
Δεν θα κοιτάζετε αυτόν που παραφέρθηκε, αν συνεχίσει, απευθύνεσθε στον ίδιο όχι με θυμό αλλά σοβαρά και σταθερά. Θα προσέχετε να επιβάλλεσθε στην τάξη, για να μπορείτε να επιδράσετε και στις ψυχές τους. Δεν φταίνε τα παιδιά που είναι δύσκολα. Αυτό οφείλεται στους μεγάλους.
Στα παιδιά να μη λέτε πολλά για τον Χριστό, για τον Θεό, αλλά να προσεύχεσθε στον Θεό για τα παιδιά. Τα λόγια χτυπούν στ’ αυτιά, ενώ η προσευχή πηγαίνει στην καρδιά. Ακούστε ένα μυστικό. Την πρώτη ημέρα που θα μπείτε στην τάξη, να μην κάνετε μάθημα. Να τους μιλήσετε ωραία. Μία μία τις λέξεις. Να φερθείτε με αγάπη στα παιδιά. Στην αρχή να μην τους μιλήσετε καθόλου περί Θεού ούτε περί ψυχής. Άλλη φορά αυτά, αργότερα. Την ημέρα, όμως, που θα τους μιλήσετε για τον Θεό, θα προετοιμασθείτε καλά και θα τους πείτε:
- Υπάρχει ένα θέμα, για το οποίοι πολλοί αμφιβάλλουν. Είναι το θέμα «Θεός». Τι γνώμη έχετε;
Έπειτα συζήτηση. Άλλη ημέρα το θέμα «ψυχή»:
- Υπάρχει ψυχή;
Έπειτα να μιλήσετε για το κακό από πλευράς φιλοσοφικής. Να τους πείτε ότι έχομε δύο εαυτούς, τον καλό και τον κακό. Πρέπει να καλλιεργήσομε τον καλό. Αυτός θέλει την πρόοδο, την καλοσύνη, την αγάπη. Αυτόν πρέπει να ξυπνήσομε, για να γίνομε άνθρωποι σωστοί στην κοινωνία. Να θυμηθείτε εκείνο: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;». Να μην τους τα πείτε, όμως, έτσι αλλά με άλλα λόγια, περίπου έτσι: «Παιδιά, να είστε ξύπνιοι για τη μόρφωση, για το καλό, για την αγάπη. Μόνο η αγάπη τα κάνει όλα όμορφα και γεμίζει η ζωή μας κι αποκτάει νόημα. Ο κακός εαυτός θέλει την τεμπελιά, την αδιαφορία. Αλλ’ αυτό κάνει άνοστη τη ζωή, χωρίς νόημα κι ομορφιά».
Όλα, όμως, αυτά θέλουν προετοιμασία. Η αγάπη απαιτεί θυσίες και πολύ συχνά και θυσία χρόνου. Να δίδετε την πρώτη θέση στην κατάρτιση, για να είστε έτοιμοι να προσφέρετε στα παιδιά. Να είστε έτοιμοι κι όλα να τα λέτε με αγάπη και προπάντων με χαρά. Να τους δείχνετε όλη σας την αγάπη και να ξέρετε τι θέλετε και τι λέτε. Αλλά θέλει και τέχνη πως θα φερθείτε στα παιδιά. Πάνω σ’ αυτό είχα ακούσει κάτι χαριτωμένο. Προσέξτε το.
Κάποιος δάσκαλος, ευχαριστημένος απ’ όλα τα παιδιά, υπέφερε απ’ τις αταξίες κάποιου μαθητή κι ήθελε να τον αποβάλει απ’ το σχολείο. Εν τω μεταξύ ήλθε νέος δάσκαλος κι ανέλαβε την τάξη. Για τον συγκεκριμένο μαθητή πήρε τις σχετικές πληροφορίες. Ο καινούργιος, μαθαίνοντας για τον μαθητή ότι είχε πάθος για το ποδήλατο, τη δεύτερη ημέρα, όταν μπήκε στην τάξη, είπε:
- Παιδιά, έχω μια στενοχώρια. Κάθομαι μακριά και τα πόδια μου με πονούν να περπατώ και θέλω να χρησιμοποιήσω ποδήλατο, αλλά δεν ξέρω να το κινώ. Ξέρει κανείς να με μάθει;
Πετάγεται, λοιπόν, ο άτακτος.
- Εγώ, λέει, θα σε μάθω!
- Ξέρεις;
- Ναι, ξέρω.
Κι από τότε εγίνανε πολύ καλοί φίλοι, μέχρι που στενοχωρέθηκε ο παλιός δάσκαλος, που το έβλεπε. Ένιωσε ότι δεν ήταν άξιος ο ίδιος να επιβληθεί στον μαθητή.
Συμβαίνει πολλές φορές να υπάρχουν στο σχολείο ορφανά παιδιά. Δύσκολο πράγμα η ορφάνια. Όποιος στερήθηκε τους γονείς του, και μάλιστα σε μικρή ηλικία, έγινε δυστυχισμένος στη ζωή. Αν, όμως, απέκτησε πνευματικούς γονείς τον Χριστό και την Παναγία μας, έγινε άγιος. Να φέρεσθε στα ορφανά παιδιά με αγάπη και κατανόηση, αλλά κυρίως να τα συνδέετε με τον Χριστό και με την Εκκλησία.
(Απόσπασμα απ’ το βιβλίο Γέροντος Πορφυρίου, «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ» Εκδ. Ι.

Sunday, April 30, 2017

Ο Κανόνας και η προσευχή στη ζωή του Mοναχού και για κάθε ευσεβή Xριστιανό! (Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

 Ας προχωρήσωμε σε ένα άλλο στοιχείο, που έχει σχέσι με την εγρήγορσι και την χαρά και είναι ό κανόνας. Αυτό είναι το καθημερινό φαγοπότι του ανθρωπου, στην γλώσσα δε των ασκητικών Πατέρων αποκαλείται «λειτουργία». Όταν οι ασκητικοί Πατέρες ομιλούν περί λειτουργίας, δεν εννοούν την θεία λειτουργία. Αυτήν σπανίως την είχαν. Θεία μετάληψι μπορεί να είχαν συχνότερα, αλλά λειτουργίες είχαν αραιά, και μάλιστα οι ασκηταί. Την καθημερινή τους όμως λειτουργία, δηλαδή τον κανόνα τους δεν τον παρέλειπαν ποτέ, διότι ο κανόνας είναι η ώρα της ιδιαίτερης πάλης με τον Θεόν.

Τότε μπορεί κανείς να κερδίζη τον Θεόν ή να τον χάνη. Ο κανόνας είναι ο τρόπος και το ποσόν και το ποιόν της αγρυπνίας του κάθε μοναχού. Προφανώς, δεν εννοούμε τις κοινές αγρυπνίες στον ναό. Εκείνες είναι κάτι άλλο, μία κοινή παράστασις ενώπιον του Θεού.

Ο κανόνας είναι η αγρυπνία που κάνομε κάθε ημέρα στο κελλί μας, είναι το μεδούλι της υπάρξεώς μας, το λεπτότερο και το σοβαρώτερο μέρος της μοναστικής ζωής· δείχνει εάν έχωμε Θεόν ή δεν έχωμε, αν έχωμε διάθεσι να τον αποκτήσωμε ή όχι.



Όποιος δεν έχει κανόνα, ασφαλώς αυταπατάται ότι έχει Άγιον Πνεύμα. Δεν υπάρχει Άγιον Πνεύμα «ενεργούν και λαλούν εν ημίν», εφ’ όσον δεν έχομε νυκτερινή ζωή. Και εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για νυκτερινή ζωή, τουλάχιστον πρέπει να υπάρχη ο πόθος και η λαχτάρα να τις δημιουργήσωμε, ώστε κάποτε να έχωμε αυτή την νυκτερινή ζωή. Ο Θεός θα δη τον πόθο και θα μας τον πραγματώση.

Πότε όμως θα κάνωμε τον κανόνα μας και πότε θα αναπαυώμαστε; Υπάρχει μεγάλη ποικιλία ως προς το θέμα της αναπαύσεως. Πολλοί Πατέρες κοιμούνταν λίγο το πρωί, άλλοι λίγο το βράδυ, άλλοι μία ώρα το εικοσιτετράωρο. Άλλοι όμως κοιμούνταν τρεις ώρες, άλλοι έξι ώρες, άλλοι επτά ώρες, ανάλογα με την προσωπική αντοχή και τον τρόπο ζωής τους και με την αγωγή που είχαν λάβει. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η λειτουργία φέρνει τον φωτισμό στην ψυχή και την ένωσι με τον Θεόν.

Στην αγρυπνία φωτίζεται ο άνθρωπος, καθαρίζεται η διάνοιά του, φεύγουν οι λογισμοί, μένει μόνος του ο νους, οπότε μπορεί να αναπετάννυται, να ανέχεται προς τον Θεόν, να τον χαίρεται, να τον αγαπά, να τον γνωρίζη, διότι είναι πλέον ο Θεός του και όχι κάποιος άγνωστος Θεός. Βεβαίως, όσο άγνωστος και να είναι ο Θεός μας, δεν θα εγκαταλείψωμε την αγρυπνία μας. Θα κουρασθούμε, θα ταλαιπωρηθούμε, για να ζήσωμε μαζί του.

Εάν οι αρχαίοι Αθηναίοι είχαν βωμό αφιερωμένο «τω αγνώστω Θεώ», πόσο μάλλον έχομε εμείς. Για να λέμε την αλήθεια, για τους πιο πολλούς ανθρώπους ο Θεός είναι άγνωστος, πέρα από τα σύννεφα, μέσα στον γνόφο. Είναι ένας Θεός που δεν τον ζούμε, δεν τον νοιώθομε, δεν τον ξέρομε. Γι’ αυτό ακριβώς και η πνευματική μας ζωή είναι δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να αδολεσχούμε στην αγρυπνία μας, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καθίσωμε περιορισμένοι στην λατρεία. Δεν νοιώθομε τον Θεόν, δεν τον ξέρομε, δεν τον αγαπούμε, ο Θεός δεν μας συγκινεί, δεν σημαίνει τίποτε για μας. Η προσευχή και η αγρυπνία των περισσοτέρων ανθρώπων, καμιά φορά και των μοναχών, είναι ένα πηχτό σκοτάδι.

Παρ’ όλα αυτά, ο φωτισμός της ψυχής και η ένωσις με τον Θεόν, δηλαδή η οικειοποίησις του προσωπικού Θεού γίνεται κατ’ αυτές τις ώρες. Είναι σκληρές ώρες, επειδή είμαστε χωρίς Θεόν και καλούμεθα να τον αποκτήσωμε. Ο Θεός όμως υπάρχει. Ξέρομε ότι ο Θεός είναι στο είναι μας, στην ατμόσφαιρα, στο μοναστήρι, είναι πανταχού παρών. Εν τούτοις, εμείς ζούμε ως «άθεοι εν τω κόσμω», δεν διαφέρομε ούτε από τους αμαρτωλούς ούτε από τους τελώνες ούτε από τις πόρνες ούτε από τους εγκληματίες. Μπορεί να έχωμε «άπασαν την δικαιοσύνην», αλλά το θέμα είναι: έχω προσωπικόν Θεόν εγώ; υπηρετώ τον Θεόν; τον είδα; τον κατάλαβα; με φώτισε εμένα ο Θεός; Όχι τί μου είπε στο όνειρό μου, στο όνειρο που κάνω εγώ, αλλά ποιά μετοχή έχει η υπαρξίς μου στην ζωή του Θεού.

Επειδή, κατά κανόνα, μας λείπει ο Θεός, αναγκαζόμαστε να καταλάβωμε ότι η προσευχή μας θα είναι μια άσκησις, ένας αγώνας. Όπως βάζομε την εσχάρα στα κάρβουνα και τοποθετούμε επάνω το κρέας, για να το ψήσωμε, και βλέπομε να χύνεται το αίμα του και οσφραινόμεθα την μυρωδιά του, έτσι ακριβώς και ο κανόνας μας είναι η εσχάρα πάνω στην οποία ξηροψηνόμαστε· είναι η θυσία του εαυτού μας, η άσκησίς μας η οδυνηρή, το δόσιμο της νύκτας μας, της χθαμαλής ζωής μας, της αμαρτίας μας, του ιερού πόθου μας στον Θεόν. Όλα τα βάζομε εκεί, και έτσι γινόμαστε θύμα του Χριστού. Αν όμως εγώ δεν ζω τον Θεόν, τουλάχιστον ας θυσιάζωμαι γι’ αυτόν τον Θεόν και ας στέκωμαι έτσι ενώπιον του. Ο Θεός βλέπει αυτή την θυσία, το ότι γίνομαι ένας μάρτυς ενώπιον Του. «Αγάγετέ μοι τους μάρτυρας», λέγει ο Κύριος. Έτσι, γίνομαι και εγώ ένας μάρτυς, τον οποίον προσάγει η Εκκλησία στην εσχάρα, σε εκείνο το συγκεκριμένο κελλί μέσα στο σκοτάδι μου, στην πίκρα μου, στην αορασία μου, στην ακατανοησία μου, στην αγνωσία μου, θυσιάζομαι για τον Θεόν.



Επειδή ο κανόνας είναι το κέντρο της πνευματικής ζωής, βλέπομε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας συνιστούν πολλούς τρόπους αγρυπνίας, ο καθένας ανάλογα με το πνεύμα του, τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο ζη. Άλλος κάνει όλη την νύκτα ορθοστασία. Άλλος διαβάζει Ψαλτήρι, άλλος λέγει μόνον το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», άλλος διαβάζει γονατιστός την Αγία Γραφή επί δύο, τρεις ώρες, άλλος όρθιος· άλλος διαβάζει ενώπιον των εικόνων την Παλαιά Διαθήκη ή το Ευαγγέλιο ή τους ψαλμούς. Ο καθείς κάνει ό,τι μπορεί. Άλλος εργάζεται, κουβαλάει πέτρες. Χίλιους δυο τρόπους εφευρίσκουν, ούτως ώστε να ξεπεράσουν το αδιαπέραστο τείχος που υπάρχει ανάμεσα σε αυτούς και στον Θεόν.

Στο κοινόβιο, όσον αφορά την αγρυπνία μας, πρέπει να βρισκώμαστε σε ένα κοινό σημείο, για να συναντιώμαστε. Στο κοινό αυτό σημείο, άλλος μπορεί να είναι πιο ψηλά και άλλος πιο χαμηλά, ανάλογα με την εισδοχή του Πνεύματος στον νου και στην καρδιά του, ανάλογα με την αγωνιστικότητα και την χωρητικότητά του.

Αλλά ποιά πρέπει να είναι η διάρκεια της καθημερινής αγρυπνίας μας;

Η αγρυπνία πρέπει να διαρκή όσο το δυνατόν περισσότερο, αρχίζομε όμως με μία ώρα, μετά πάμε στις δύο, στις τέσσερις, στις πέντε ώρες. Αυτό έρχεται φυσιολογικά, εξοικειώνεται ο οργανισμός. Όπως εξοικειώνεται ο άνθρωπος με την φτώχεια του και δεν μπορεί να κάνη στον πλούτο, ή με τον πλούτο και δεν μπορεί να κάνη στην φτώχεια, ή με το χωριό και δεν μπορεί να κάνη στην πόλι, έτσι ακριβούς συμβαίνει και με την αγρυπνία. Βεβαίως δεν θα υποφέρωμε, αλλά θα κουρασθούμε λιγάκι· διότι πώς αλλοιώς από την χοντροκοπιά μας, από την ραθυμία μας και την υπνηλία μας, θα φθάσωμε στην κατάστασι του στρουθίου που αγρυπνεί ενώπιον του Θεού;

Πώς από άνθρωποι θα γίνωμε άγιοι; Τα μάτια μας θα πρησθούν, θα πονέσουν. Όλα όμως αυτά θα γίνουν εξελικτικά, δεν θα γίνουν αμέσως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν πάρα πολλές δοκιμές, για να μπορέσουν να συνηθίσουν στην αγρυπνία. Δεν με υποχρεώνει κανένας να αγρυπνώ και μετά να σπάω και να μην μπορώ να ξεκουράζωμαι ή να μην μπορώ να κάνω την δουλειά μου ή να κοιμάμαι όλη την νύκτα στην καρέκλα και να ταλαιπωρούμαι. Ο Θεός δεν είναι σωματοκτόνος ούτε ψυχοκτόνος. Ο Θεός είναι ζωοδότης, σωτήρας. Σκοτώνει τα πάθη, μας, όχι εμάς τους ίδιους.

Επίσης, διαφέρει και η ώρα που κάνομε την αγρυπνία.

Άλλοι από τους Πατέρες προτιμούσαν να συνεχίσουν την ημέρα τους με την αγρυπνία και να ξεκουρασθούν τις πρωινές ώρες. Άλλοι, οι περισσότεροι, έκαναν το αντίθετο. Ξεκουράζονταν και εν συνεχεία φρέσκοι έκαναν την αγρυπνία τους. Άλλοι κοιμούνταν λίγο, αγρυπνούσαν και εν συνεχεία πάλι ξεκουράζονταν λίγο. Ο καθένας μπορεί να έχη τον τρόπο του. Πάντως, αυτό που προσιδιάζει περισσότερο στο δικό μας πλαίσιο είναι, να προτιμάμε τις ώρες τις μεσονύκτιες ή τις μεταμεσονύκτιες.

Το να συνέχισης την ημέρα σου με την αγρυπνία είναι πολύ εύκολο. Αυτό το κάνουν και οι φοιτητές, και οι μαθητές, και οι καθηγητές, και οι εργοστασιάρχες, και οι εργάτες. Έτσι κάνει όλος ο κόσμος. Μπαίνεις και συ μαζί με την κοσμική εργατιά ή τον φοιτητόκοσμο, μαζί με τους παλιούς φίλους σου. Ενώ το «μετά» είναι κάτι που προσιδιάζει στους ανθρώπους της Εκκλησίας. Είναι πιο σκληρό να σηκωθή κανείς την νύκτα, να αφήση τις κουβέρτες του, όταν μάλιστα είναι χειμώνας και ακούη τον αέρα να σφυρίζη, να κτυπά στο παράθυρό του. Αλλά μία ώρα όλοι μπορούν, ακόμη και οι ανάπηροι και αυτοί που τους λείπει το μυαλό. Ας δίνωμε στον Θεόν το μεσονύκτιο μας· αυτό είναι το καλύτερο. Βεβαίως, εξαρτάται από τον τρόπο της ζωής μας και από τον τόπο, στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά εμείς ας κάνωμε την προσπάθεια μας.

Μία ώρα προσευχής το μεσονύκτιο έχει περισσότερη ενέργεια από δέκα ώρες προσευχής την ήμερα. Όποιος δεν χρησιμοποιεί αυτές τις ώρες, οι ώρες και οι ημέρες του συνήθως είναι αγονώτατες. Κοιμάσαι το μεσονύκτιο; Η ζωή σου θα είναι πάντοτε μία ζωή αδύναμη. Παραλύει η ύπαρξίς σου, όταν δεν έχης την νύκτα δική σου, διότι δεν μπορείς να πάρης το Πνεύμα. Το μεσονύκτιο γνωρίζει και αναγνωρίζει ο Θεός, αλλά το μεσονύκτιο το μόνιμο. Είτε είσαι στο κελλί, είτε εκτός μονής, το μεσονύκτιο να είσαι ενώπιον του Θεού. Να ξέρης ότι αυτή η ώρα ανήκει στον Θεόν. Αυτή η ώρα είναι η ώρα που θα παλέψης και θα αντιμετώπισης τον Θεόν, και θα πρέπει ο Θεός να γίνη ο δικός σου Θεός· είναι ή ώρα της δικής σου κλίμακος.

Το μεσονύκτιο αγρυπνεί και η Εκκλησία και παλεύει με τους δαίμονες, διότι τότε οι δαίμονες πειράζουν τους ανθρώπους και τους πλανούν οδηγώντας τους στην διασκέδασι ή στο έγκλημα. Αυτές τις ώρες υποφέρουν οι άρρωστοι, ταλαιπωρούνται οι αμαρτωλοί. Αυτές τις ώρες, που είναι ώρες ησυχίας, το Άγιον Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, και ο Θεός αγαπάει να βρίσκη το πλάσμα του και να του μιλάη. Τότε μπορεί κανείς να γίνεται νικητής.

Αυτές τις ώρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας προσκυνούν και δοξολογούν τον Θεόν, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο εγείρεται. Πόσο ωραία παρουσιάζει το Ευαγγέλιο και η Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα οι ψαλμοί, τον Χριστόν εγειρόμενον! Εγείρεται ο Θεός την ώρα εκείνη «νικών και ίνα νικήση και συεχίση την ζωή του «νικών». Εάν δεν θα συμμετέχωμε σε αυτή την πανεκκλησιαστική σύναξι, δεν θα μπορέσωμε να νοιώσωμε την συντροφιά, την κοινότητα της εκκλησιαστικής μας εν Χριστώ ζωής.



Σήκω λοιπόν και συ μία ώρα πριν από το μεσονύκτιο, ή έστω και μετά, και χρησιμοποίησε αυτές τις ώρες, θα δης ότι ο Θεός είναι εύληπτος, ευαίσθητος. Συνήθως παραπονούμεθα ότι ο Θεός είναι σκληρός, ότι του φωνάζαμε και δεν μας απαντά. Ο Θεός όμως είναι περισσότερο ευαίσθητος και από το πιό ευαίσθητο πλάσμα της οικουμένης. Αλλά έχει και εκείνος τις ώρες του, «άχρις ου το σήμερον καλείται», που μπορείς να του μιλήσης. Πρέπει να ξέρης τα «χούγια» του Θεού. Και ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάη στον άνθρωπο. Εάν τότε τον ζήτησης, μετά, οποιαδήποτε στιγμή τον θέλησης, θα τον έχης στο χέρι σου. Αν τότε δεν τον ζητήσης, δεν θα τον έχης σχεδόν ποτέ στο χέρι σου. Θα εχης ίσως κάποιες μελιστάλακτες στιγμές, όμορφες περιστάσεις στην ζωή σου, ωραίες καμιά φορά σκέψεις, δεν θα εχης όμως τον Θεόν. Ο Θεός τότε παρουσιάζεται στα τέκνα του. Ο Θεός τότε δεσπόζει στους αγίους. Τότε το ουράνιο θυσιαστήριο προσφέρει την ολοκάρπωσι, και οι άγιοι νοιώθουν την κοινότητα με τους πιστούς και τους προσδοκούν για να τελειωθούν μαζί τους.

Γι’ αυτό η Εκκλησία μας δεν έπαψε να χρησιμοποιή το μεσονύκτιο. Κατήρτισε την ακολουθία του μεσονυκτικού και όλες τις ακολουθίες τις συνέδεσε με το μεσονύκτιο. Όποιος χρησιμοποιεί το μεσονύκτιο, γίνεται πολύ εύκολη η ζωή του. Και ο Θεός, ο ευαίσθητος Θεός, μπορεί και σε συναντά και δεν σε αφήνει να κουράζεσαι άδικα, όπως νομίζεις εσύ.

Εφ’ όσον έχω την ατμόσφαιρα της χαράς, την ολοήμερη και ολονύκτια εγρήγορσι, και εφ’ όσον δίνω ιδιαίτερη σημασία στον κανόνα μου, ο οποίος δεν είναι μία στιγμή κοσμική, μία έντασις των επιθυμιών μου, ένα ξεγέλασμα του εαυτού μου, αλλά είναι μία αληθινή συνάντησις με τον Θεόν, ή έστω ένα αληθινό καμίνι, μία πυρκαιά την οποία υφίσταμαι, ένα ολοκάρπωμα, μία θυσία τελεία για τον Θεόν, πώς πρέπει να ίσταμαι ενώπιον του Θεού κατά την διάρκεια της αγρυπνίας μου;



Ασφαλώς, όταν κάποιος ξεκινά τήν αγρυπνία του, νυστάζει, βαριέται, έχει απιστία, απελπισία, νομίζει ότι αυτός είναι χαμένος, ότι αυτός ούτε έκανε ούτε θα κάνη ποτέ τίποτε στην ζωή του. Αυτό είναι το σύνηθες για κάποιον που αρχίζει την αγρυπνία του. Μπορεί να είναι και ένας εβδομηντάρης μοναχός, και ακόμη να μην έχη αρχίσει να κάνη λειτουργία με την ασκητική έννοια, διότι ίσως έχει μάθει να χορταινη τον ύπνο του και μετά να σηκώνεται να κάνη την προσευχή του. Ή ίσως έχει μάθει ότι ο κανόνας είναι κάτι τυπικό: να κάνη τετρακόσιους κόμπους, τριακόσιες μετάνοιες, λίγη μελέτη και μετά τελειώσαμε. Και αυτό, από το τίποτε, κάτι είναι· μου υπενθυμίζει ότι δεν έχω Θεόν. Αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό. Η αγρυπνία πρέπει να γίνεται με τον τρόπο που μου την ζητά η Εκκλησία και όπως βοηθά έμενα για να παρασταθώ ενώπιον του Θεού.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

«Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες»

Friday, April 28, 2017

Όχι πολλά λόγια στα παιδιά. ( Άγιος Πορφύριος )



Οι μητέρες ξέρουν να αγχώνονται, να συμβουλεύουν, να λένε πολλά, αλλά δεν έμαθαν να προσεύχονται.
Οι πολλές συμβουλές και υποδείξεις κάνουν πολύ κακό.
Όχι πολλά λόγια στα παιδιά.
Τα λόγια χτυπάνε στ’ αυτιά,
ενώ η προσευχή πηγαίνει στην καρδιά.

'Άγιος Πορφύριος

Sunday, April 23, 2017

Πάτερ, δεν θέλω να εξομολογηθώ, η μητέρα μου, που περιμένει έξω, με έφερε σχεδόν με το ζόρι.

Πάτερ, δεν θέλω να εξομολογηθώ, η μητέρα μου, που περιμένει έξω, με έφερε σχεδόν με το ζόρι.

Ο ιερέας περίμενε όρθιος τον επόμενο για την εξομολόγηση. Είδε ένα νεαρό παιδί, γύρω στα δεκαπέντε, να προχωρά διστακτικό. Τον καλωσόρισε και του υπέδειξε να καθίσει στην καρέκλα απέναντί του.

Ο Εσταυρωμένος πάνω στο μικρό τραπεζάκι με το μικρό καντήλι τούς κοίταζε στοργικά και προστατευτικά. Η ατμόσφαιρα μύριζε λιβάνι από τον εσπερινό που μόλις είχε προηγηθεί.

Ο νεαρός με κατεβασμένο το κεφάλι δεν μιλούσε. Ο ιερέας περίμενε κι αυτός κάνοντας μία σύντομη προσευχή, όπως συνήθιζε να κάνει και για όλους τους πιστούς που έβρισκαν το κουράγιο να έλθουν στο μυστήριο της μετανοίας.

«Πάτερ», είπε κάποια στιγμή το παλληκαράκι. «Δεν θέλω να εξομολογηθώ. Η μητέρα μου που περιμένει έξω με έφερε σχεδόν με το ζόρι. Είναι της Εκκλησίας άνθρωπος και με «πρήζει» κάθε φορά με την εξομολόγηση. Είναι καλή γυναίκα και γι’ αυτό δεν θέλω να τη στενοχωρήσω. Υπάκουσα λοιπόν για χάρη της και γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ. Αλλά εγώ δεν νιώθω έτοιμος για κάτι τέτοιο».

Ο ιερέας δεν έσπευσε να απαντήσει. Ύψωσε νοερά το βλέμμα του στον Εσταυρωμένο και προσευχήθηκε πιο έντονα για το νεαρό παιδί.

«Παιδί μου», είπε στοργικά. «Όπως ξέρεις η εξομολόγηση είναι μυστήριο της Εκκλησίας μας και προϋποθέτει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Μόνον όποιος έρχεται ελεύθερα, μόνον όποιος έχει νιώσει την ανάγκη να ανοίξει την καρδιά του στον Χριστό, μπορεί και να εξομολογηθεί. Αν ο ίδιος ο Κύριος είπε «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», τότε κανείς με καταναγκασμό δεν μπορεί να Τον ακολουθήσει ή να επιτελέσει οποιοδήποτε λόγο Του. Η ελευθερία, παιδί μου, είναι το οξυγόνο της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν, οτιδήποτε κι αν γίνεται, έστω κι αν φαίνεται καλό, δεν είναι τελικά καλό. Δεν το δέχεται ο Θεός».

«Ναι, πάτερ», είπε το παιδί και ύψωσε λίγο το κεφάλι του αναθαρρημένο. «Χαίρομαι που ακούω να λέτε αυτά τα λόγια, και μακάρι και η μάνα μου να το καταλάβαινε. Αλλά, σας είπα, είναι καλή γυναίκα, μόνη στη ζωή –ο πατέρας μου έχει πεθάνει– και γι’ αυτό όσο μπορώ δεν θέλω να την κακοκαρδίζω».

«Λοιπόν», είπε ο παπάς, νιώθοντας μια απέραντη τρυφερότητα για το καλόκαρδο αυτό νεαρό παλληκάρι που έδειχνε μία μεγάλη ωριμότητα με τη στάση του, «δεν χρειάζεται να εξομολογηθείς τώρα. Κάτσε λίγα λεπτά ακόμη, ώστε η μητέρα σου να πιστέψει ότι εξομολογείσαι, κι έπειτα φύγε και πήγαινε στην ευχή του Θεού. Μέχρι τότε όμως, πες μου το όνομά σου, την τάξη στο σχολείο που φοιτάς, ό,τι άλλο νομίζεις ότι μπορούμε να πούμε για να καλυφθεί η ώρα».

Μετά από λίγο το παιδί σηκώθηκε να φύγει. Ο ιερέας το αγκάλιασε και του ευχήθηκε τα καλύτερα για τη ζωή του. Η μητέρα του ήταν έξω και φαινόταν ευχαριστημένη για τον «εξομολογημένο» γιο της. Ο ιερέας όμως ήταν βέβαιος ότι ήταν θέμα χρόνου το παιδί να έλθει και πάλι, αλλά αυτήν τη φορά μόνο του. «Τέτοια παιδιά, με τόσο καλή καρδιά, δεν χάνονται ποτέ», μουρμούρισε ο ιερέας, την ώρα που παραμέριζε για να περάσει ο επόμενος πιστός. «Δεν τα αφήνει ποτέ ο Κύριος, και μάλλον φαίνεται να είναι από τα αγαπημένα Του».

Πάτερ. Γεωργίου Δορμπαράκη.

Tuesday, April 18, 2017

Ό Θεός αγάπη εστί και ό μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ό Θεός εν αύτώ» (Α' Ίωάν. δ' 16).


Ό ευαγγελιστής Ιωάννης λέει: «Ό Θεός αγάπη εστί και ό μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ό Θεός εν αύτώ» (Α' Ίωάν. δ' 16). Και αλλού: «εάν τις ειπεί ότι αγαπώ τον Θεόν και τον άδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν» (Α' Ίωάν. δ'20).
 
Λοιπόν, και πάλι σε ρωτώ: Δυσκολεύεσαι να νηστέψεις, να αγρυπνήσεις, να ζεις εν αγαμία και παρθενία; Αυτά τα καταλαβαίνω. Άλλα να κρατάς σφιχτά το μίσος κατά του αδελφού σου, αυτό δεν το καταλαβαίνω. Θα πεις, «έχω μέσα μου μια ψύχρα, πού δε βγαίνει με τίποτε». Άντε, και αυτό το καταλαβαίνω του πειρασμού έργο είναι. Όμως οφείλεις να ζητήσεις στην προσευχή βοήθεια από τον Θεό. Και θα δείξεις καλή θέληση θα πεις μια καλημέρα σε αυτόν πού σε έβλαψε, θα πεις δυο λόγια στην προσευχή σου να τον φωτίσει ό Θεός. Μήπως και αυτά είναι δύσκολα; Νομίζω πώς τότε είναι δύσκολα, όταν ό άνθρωπος δεν φοβάται τον Θεό, ούτε πιστεύει στο Ευαγγέλιο.
 
Αν πιστεύαμε στο αψευδέστατο στόμα του Σωτήρα μας («εάν δε μη άφητε τοις άνθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών», Ματθ. στ'15), τότε θα συγχωρούσαμε και τον μεγαλύτερο εχθρό μας. Ακόμη και αν μας έκλεψε, αν μας αδίκησε ή αν έβλαψε την τιμή του γένους μας.
 
Οπωσδήποτε θα έχω αδικηθεί. Όμως στην περίπτωση πού πιστεύω ότι εδώ είναι όλα μάταια, ότι υπάρχει κόλαση και παράδεισος, Τι πρέπει να κάνω; Θα παραμείνω αγκαλιά με τον φθόνο, να πάμε μαζί στην κόλαση, ή θα αγκαλιάσω την αγάπη, πού σημαίνει αγκαλιάζω τον Θεό και κατά συνέπεια την αιώνια Βασιλεία Του;
 
Άλλα, αν εμείς εμπιστευθούμε τη ζωή μας στον Θεό, μήπως Εκείνος δεν είναι δυνατός να μας αποδώσει το δίκαιο και σε αυτόν εδώ τον κόσμο; Ασφαλώς και το μπορεί. Είναι πολλά τα παραδείγματα πού βλέπουμε κάθε μέρα. «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού», ψάλλει ή Αγία μας Εκκλησία. Και ό Απόστολος Παύλος αναφέρει: «Εάν ταίς γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, άγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ήχων ή κύμβαλον άλαλάζον» (Α' Κορ. ιγ'1).

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ